PDA

Επιστροφή στο Forum : Διάφορα ποιήματα,παραμύθια......



Σελίδες : [1] 2

NightWish
29-10-09, 16:37
Διάφορα ποιήματα,παραμύθια.................αποσπάσματα απο αγαπημένα λογοτεχνικά βιβλία! :blush:
Γεια χαρά σε όλους/ες !!!!:group:
Θεωρώ ότι ο τίτλος μιλάει απο μόνος του......:rolleyes2

http://i41.tinypic.com/2yjzp1u.gif

Παραμύθια.........

http://i298.photobucket.com/albums/mm263/jdfangman/Fairy/Bookwormfairy.jpg

Ποιήματα.........

http://3.bp.blogspot.com/_TJz0qoQ6CyY/Rvql5sREaZI/AAAAAAAAABc/pMFyTSEILt0/s320/%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%2B%CE%B1%CF%80%CF%8C%2B26 281566bookwithWindow%2B%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF.gif


Αποσπάσματα απο αγαπημένα λογοτεχνικά βιβλία.

http://1.bp.blogspot.com/_pigOeuaBMTo/ScfStqtJOWI/AAAAAAAARUk/kuZ7UOJdqM0/s400/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1+44.png



Υ.Γ.Σας παρακαλώ πολύ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ αυστηρά φώτο και βίντεο....
μην ξεχνάτε να γράφετε το όνομα του συγγραφέα....
Ευχαριστώ πολύ
Φιλικά

Έρικα
http://dl.glitter-graphics.net/pub/919/919051dteqa74uqz.gif

The_Watcher*
29-10-09, 16:44
Kαλοριζικο Ερικα


Τα παράθυρα (1904)

Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. - Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

NightWish
29-10-09, 16:44
- Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… Να κυλιόμουνα
μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα… Να ‘ρχότανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου τον θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται.Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω σαν αλάνα. Ν’ απλώσω
την αρίδα μου να λιαστώ.

http://www.myhealthsense.com/images/heart.gif

"Αλκυονη Παπαδακη"

NightWish
29-10-09, 16:47
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις...
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους - μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια.. Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα. Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει...
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει...




http://www.myhealthsense.com/images/heart.gif


Ντίνος Χριστιανόπουλος

NightWish
29-10-09, 16:48
Να ονειρεύεσαι…’ μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.
Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.
Παραπλανούν.
Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι…
Δεν έχει νόημα.
Δεν έχει ουσία.
Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου
από τα όνειρά σου.
Τότε σώζεσαι…
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;
Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!
Έχει και παρακάτω…
Έχει κι άλλο…
Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!
Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!

http://www.myhealthsense.com/images/heart.gif

"Αλκυονη Παπαδακη"

NightWish
29-10-09, 16:53
«Άπλωνα τα χέρια μου τις νύχτες
και μάζευα αστέρια και φτερά από αγριοπερίστερα
για να τα κρύβω στο μαξιλάρι σου
και να γλυκαίνω τον ύπνο σου...»

http://www.cortesi.ch/images/Stern.gif


Αλκυόνη Παπαδάκη

The_Watcher*
29-10-09, 16:57
ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ Ιωαννης Πολεμης

Μην κλαις, μη λες πως τίποτα δε σου 'μειν' εδώ πέρα.
Σου μένει, απάνω στα βουνά, το πέρασμα της μπόρας,
σου μένει η χαραυγή μακριά στο πέλαγο κι η μέρα
κάτω στον κάμπο κι οι ελιές και το βουητό της χώρας.

Σου μένει ακόμα το φτωχό, τ' απάνεμο ακρογιάλι,
που, σα βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τα βράχια, οι μώλοι,
τα σπίτια, ο γέρος ο ψαράς που λάμνει αγάλι-αγάλι.

Μην κλαις! Σου μένει εκεί -για ιδές!- όλ' η ζωή μας. Όλη.
Σου μένει εκεί με τη βουβή κι αθώα της γαλήνη,
με τη γλυκοχαμόγελη, την ξένοιαστη ομορφιά της,
με τη σκιά της, τη σκιά που αρχίζει να τη σβήνει
σιγά-σιγά το σούρουπο και της νυχτιάς ο μπάτης...

NightWish
29-10-09, 16:58
Πολύ απομακρύνθηκα, που να με πάρει ο διάβολος. Πολύ!
Πέρασα στην απέναντι όχθη κι όλα νομίζω τώρα ότι γίνονται αλλού.
Κατάντησα τελικά αυτό που ποτέ δεν ήθελα.
Το αρνητικό του εαυτού μου.
Λέρωσε και το βλέμμα μου
Και το χειρότερο...Ξέχασα πια το pin της
αθωώτητας μου...!!!

http://www.dapweatherdata.com/Memories/heart.gif


Αλκυόνη Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 16:59
"Χάσαμε πολλά, γιατί δε μάθαμε ποτέ να στήνουμε στην ψυχή μας αναχώματα.
Χάσαμε, γιατί δεν φορέσαμε στολές παραλλαγής.
Μα περισσότερα χάσαμε, γιατί μπερδέψαμε την Αγάπη με την ανοχή..."

http://www.dapweatherdata.com/Memories/heart.gif

Αλκυονη Παπαδακη
'βαρκαρισσα της χιμαιρας'

NightWish
29-10-09, 17:01
Πόσο κλέφτες γίνονται οι άνθρωποι,
όταν διεκδικούν μερτικό από την ψυχή σου.
Πόσο ψεύτες, όταν σου ζητούν να γυρίσεις πίσω
εκείνα που δεν σου έδωσαν ποτέ.
Πόσο ηλίθιοι, όταν νομίζουν πως δεν έχεις την ικανότητα
να διακρίνεις το σουγιά, που είναι κρυμμένος στην ανθοδέσμη
με τις γλαδιόλες.

http://www.dapweatherdata.com/Memories/heart.gif

Α. Παπαδάκη

soulmate
29-10-09, 17:14
Πήγαινε να δεις τα τριαντάφυλλα», είπε η αλεπού...
Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε να δει ακόμη μια φορά τα τριαντάφυλλα. «Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο», είπε... «Είστε όμορφα, αλλά κενά... Αν κάποιος τυχαίος περαστικός έβλεπε το τριαντάφυλλό μου, θα νόμιζε ότι σας μοιάζει. Εκείνο όμως είναι πολύ πιο σημαντικό από όλα σας, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω εγώ ποτίσει. Γιατί είναι το λουλούδι που προστάτεψα. Γιατί έχω σκοτώσει τα σκουλήκια του, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω ακούσει να παραπονιέται, να καμαρώνει ή να σιωπά. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου το καλύτερο απ' όλα.
«Βλέπεις μόνο με την καρδιά» είπε η αλεπού...

Αντουάν Ντε Σαιντ Εξιπερύ - Ο μικρός Πρίγκιπας


Kαλοριζικο *Dre@my*

Yasmin
29-10-09, 17:17
Καλοριζικο καλη μου!!! :happy:
Έρωτας σαν βροχή....Όχι σαν καταιγίδα......σαν βροχή....Να φεύγει και να έρχεται.....Να δυναμώνει και να χαμηλώνει.....Να δροσίζει και να πνίγει......Ν`απορροφάται από τη γη,να χάνεται.....

Πως έζησα έτσι;Γιατί δέχτηκα κάτι μισό για μένα;Γιατί προσπάθησα να κρατήσω στις χούφτες μου κάτι,που ήξερα οτι θα μου δώσει μόνο μια ψευδαίσθηση δροσιάς και μετά θα μ`αφήσει πιο διψασμένη από πριν,με τα χείλη ξερά και την καρδιά στεγνή;

Πως μπόρεσα να δεχτώ να συμπληρώνω τη βροχή με τα δάκρυα μου,για κάτι που γνώριζα οτι ήταν μάταιο;

Είδα χιλιάδες ηλιοβασιλέματα μόνη μου,ο ήλιος βουτούσε στο τίποτα κι εγώ πνιγόμουν στη μοναξιά.....Άκουσα εκατοντάδες κεραυνούς και με φόβισαν λιγότερο από τη σιωπή της άδειας ζωής μου........

Μύρισα χιλιάδες λουλούδια,αλλά το άρωμα τους δεν πλημμύρισε την άοσμη ζωή που ο <<έρωτας σαν βροχή>>με καταδίκασε να ζήσω......

Γεύτηκα δεκάδες εδέσματα,αλλά μόνο πίκρα στα χείλη μου..............

Άγγιξα απαλά το κορμί του,κράτησα στη μνήμη της αφής μου κάθε πόντο του σώματος του και αγκάλιαζα μόνη μου τον εαυτό μου τις μοναχικές μου ώρες,με την ψευδαίσθηση πως ήταν εκείνος που με χάιδευε,έχοντας τον στα ακροδάχτυλα μου.....

Γέλασα δυνατά στην αρχή της ζωής μου και συνέχισα να χαμογελώ από συνήθεια,χωρίς ποτέ τα μάτια μου να πάρουν χρώμα από τα χαμόγελα που ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπο μου,αλλά δεν ζέσταναν την ψυχή μου........

Έκλαψα πολύ για δυό ζωές,από απελπισία,από λαχτάρα για κάποιον που ήρθε κοντά μου για να μου φέρει την επίγνωση ότι η ευτυχία είναι στιγμές....μόνο στιγμές......

Και οι περισσότερες κλεμένες......

Ζωγράφισα με φωτεινά χρώματα τις ώρες που ήμουν μαζί του αλλά η πραγματικότητα ξεθώριαζε τους πίνακες μου,όταν δεν τους βύθιζε στο χρώμα της απελπισίας......

Έγραψα το <<σ`αγαπώ>>σε χιλιάδες χαρτιά και τα έσκισα αμέσως μετά,σκορπίζοντας γύρω μου τα κομμάτια τους,όπως σκορπισμένη ήταν η ζωή μου......

Πόνεσα τόσο που μάτωσα και την ίδια στιγμή ήμουν εγώ πηγή πόνου για κάποιον που εν γνώσει μου υπέφερε όσο κι εγώ......

Αγνόησα την αγάπη,γιατί δεν ήταν με τους δικούς μου όρους.......

Καταδίκασα τον εαυτό μου στη μοναξιά,δραπετεύοντας από τους δρόμους όπου μπορεί να σε συναντούσα,επιλέγοντας να φύγω εγώ,<<η δυνατή>>,τη στιγμή που η αδυναμία μου να σε κερδίσω ήταν γραμμένη στον αέρα που ανέπνεα............

Και μετά......μετάνιωσα.....Και γύρισα να ψάξω στο παρελθόν αυτό που μου έλειπε στο παρόν,μα δεν υπήρχε τίποτα εκεί για μένα.Η αληθινή αγάπη είχε φύγει........

Την είχα διώξει εγώ.....Είχα διώξει ότι άξιζε και είχα κρατήσει το τίποτα.......

Δίκαιη τιμωρία..........

Κλαίλια

Απο το βιβλιο της Λενας Μαντά-Ερωτας σαν βροχη (απλα απιστευτο, ειναι το αγαπημενο μου βιβλιο!!)

GERI H
29-10-09, 17:42
Έχω έναν φίλο

που μ¨ αγαπάει αληθινά

Από τη μέρα που σε βρήκα

σε ζητώ παντοτινά.

Με κράτησες σφιχτά

τις ώρες που πονούσα

Με πήρες αγκαλιά

στιγμές που σε ζητούσα.

Στιγμές με βρήκαν μόνο

με φίλους τα κενά

Μου έδιωξες τον πόνο

μου έδωσες χαρά.

Έχω έναν φίλο

Που μ΄ αγαπάει αληθινά.

nefeli_08
29-10-09, 18:30
Ήταν μια παράξενη νύχτα.
Μια νύχτα όλο ομορφιές κι αρώματα..
Ο ουρανός είχε ντυθεί μ'όλα τ'αστέρια που είχε κρυμμένα
στα σεντούκια του κι έλαμπε γεμάτος χαρά..
Μα ένα μικρούλι αστεράκι τρεμόφεγγε λυπημένο πλάι στο φεγγάρι..
Κοίταζε με τις ώρες κάτω,την απέραντη θάλασσα που γυάλιζε και άλλαζε χρώματα,
καθώς το ελαφρύ αεράκι της χάιδευε τα όμορφα μαλλιά και ψυθίριζε ..
"Θέλω να πάω κοντά της!Θέλω να τη δω από κοντά! Θέλω να την αγγίξω.Την αγαπώ τόσο πολύ!"
Κι από τη λύπη του που ήταν τόσο μακριά της,αναστέναξε..
Έπειτα τρεμόσβησε. Τρεμόσβησε τόσο,που νόμιζες ότι από στιγμή σε στιγμή
θα 'σβηνε και θα χανόταν για πάντα από τον ουρανό.
Το φεγγάρι,όμως,που ακούει όλους τους αναστεναγμούς της νύχτας γύρισε το ολοστρόγγυλο
πρόσωπό του κατά το αστεράκι και το ρώτησε
"Γιατί,αναστενάζεις αστεράκι μου;"
Εκείνο κοίταξε κάτω,την απέραντη θάλασσα τη φεγγαρολουσμένη και είπε αργά αργά:
" Θέλω να πάω κοντά της!"
"Να πας κοντά της;",απόρησε το φεγγάρι..
"Μα εσύ είσαι αστέρι του ουρανού κι ένα τέτοιο αστέρι δεν μπορεί να ζήσει κοντά στη θάλασσα!"
"Αχ,δεν μπορώ να ζήσω κοντά στη θάλασσα! Αχ,γιατί να μην μπορώ να ζήσω κοντά στη θάλασσα;"
'Ελεγε και ξανάλεγε,γεμάτο παράπονο,το αστεράκι.
Κάποιο βράδυ είδε στο απέναντι μονοπάτι του ουρανού,ένα αστέρι
Πρώτα το 'δε να πλημμυρίζει από ένα δυνατό φως, μετά να αφήνει ξωπίσω του
μια χούφτα χρυσόσκονη κι έπειτα,γρήγορα γρήγορα, να πέφτει στην αγκαλιά της θάλασσας..
Από κείνο το βράδυ το αστεράκι μας έγινε ακόμα πιο λυπημένο..
Δάκρυα τρεμόπαιζαν στις άκρες των ματιών του, πέφταν πάνω στην
ασημοκεντημένη ποδιά του και γίνονταν μικρά μικρούτσικα αστεράκια. .
Πόσο ζήλευε εκείνο το αστέρι που είχε πέσει μέσα στην αγκαλιά της..
Ενώ αυτό,που την αγαπούσε τόσο πολύ, στεκόταν ακόμα εκεί,πάνω στον ουρανό..
Πόσο μακρύς ο δρόμος που τους χώριζε!
Πέρασαν πολλές νύχτες. 'Αλλες με φεγγάρι ολόγιομο, άλλες με μισοφέγγαρο κι άλλες μ'ένα
φεγγάρι χλωμό, κυκλωμένο από ένα θαμπό φως..
Λογής λογής καράβια ταξίδευαν πάνω στην όμορφη,ασημοστολισμένη θάλασσα..
Κι αυτή,όλο κρυφή χαρά,χαμογελούσε και χόρευε απαλά με τα δελφίνια της..
"Εγώ πότε θα πάω κοντά της;",έλεγε και ξανάλεγε το αστεράκι..
Μέχρι που ένα καλοκαιρινό βράδυ,χωρίς να το καταλάβει,ξαφνικά φωτίστηκε!
'Ελαμψε ολόκληρο απ'το δυνατό φως που το πλημμύρισε!
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά!Μα τόσο δυνατά,
που μια χούφτα χρυσόσκονη βγήκε από μέσα της και
σκορπίστηκε πίσω απ'το αστεράκι, καθώς γλυστρούσε απ'το μονοπάτι του ουρανού
και,τρέχοντας,πήγαινε να πέσει στην απέραντη αγκαλιά της..
Πόσο ευτυχισμένο ένιωθε τώρα το αστεράκι!
Ούτε που το κατάλαβε πώς έγινε.. Βρέθηκε καρφιτσωμένο πάνω στο
δαχτυλίδι που φορούσε στο μικρό της δάχτυλο. .
Η θάλασσα το κοίταξε και χαμογέλασε. Το ακούμπησε ελαφρά πάνω στα κοραλλένια χείλη της κι
έπειτα άρχισε να το ταξιδεύει στις απέραντες ,τις μαγικές πολιτείες του βυθού.
Το αστεράκι ένιωθε τόσο ευτυχισμένο, που όλα του φαίνονταν σαν όνειρο.
Κι όταν τέλειωσε το μαγικό ταξίδι γύρισε και κοίταξε ψηλά, στον ουρανό,που ήταν γεμάτος αστέρια.
Πόσο μικρά του φάνηκαν!
Κάποια στιγμή πρόβαλε το φεγγάρι μέσα από ένα σύννεφο και του χαμογέλασε. .
Χαμογέλασε και το αστεράκι. Κι έγινε το χαμόγελό του χίλια αστεράκια που φώτισαν τα μεγάλα
γαλάζια μάτια της θάλασσας,τις σκοτεινές θαλασσοσπηλιές της και τους σκληρούς
απότομους βράχους,που χρόνια τώρα,δέχονταν τα χάδια της και το θυμό της.
Αν κάποιο βράδυ βρεθείς κι εσύ κοντά της και τη δεις να λαμπυρίζει στο φεγγαρόφωτο και να
μοιάζει σα να 'ναι στολισμένη με χιλιάδες διαμάντια,ξέρεις τι θα 'ναι.
Δε θα 'ναι τίποτ'άλλο παρά το αστεράκι, που έκανε το χαμόγελό του,για χάρη της,χίλια κομμάτια και τη χρυσή του
καρδιά άλλα τόσα για να στολίζει την ασημένια αγκαλιά της, τους σμαραγδένιους ώμους της
και τα πολύχρωμα,κυματιστά μαλλιά της...

nefeli_08
29-10-09, 18:30
Μια φορά κι έναν καιρό....

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα
και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανίατη πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει
ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε:
'Τι είναι το κρυφτό;'
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία
και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει
να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα-
να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι
ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν,
η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά.
Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς
και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε
της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί
κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη.
Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο
και βολικό μέρος μόνο για αυτόν.
Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.
Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί.
Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες,
ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
....1000,μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύμακριά.
Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για Θεολογία.
Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου
και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.
Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα,
σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει
βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου
άκουσε ένα βογκητό πόνου.
Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει,
έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...

NightWish
29-10-09, 19:29
"Η εμφάνιση του πρωινού ήλιου
που καθρεπτίζεται μέσα σε μια δροσοσταλίδα,
δεν είναι μικρότερη απο τον ίδιο τον Ηλιο...
Η ανταύγεια της ζωής μέσα στην Ψυχή σου
δεν είναι τίποτα λιγότερο, απο την ίδια την ζωή..."

http://download.wapday.com/animation/conttntsss/7477-t/red_rose.gif

Khalil Gibran

xenos@
29-10-09, 19:31
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
σε περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μαρια Πολυδουρη

NightWish
29-10-09, 19:33
Τι φταις αλήθεια. Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς". Και το
χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο "εγώ". Σαν επαίτης
εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του "εσείς". Έσπασες αμέτρητες φορές τα
μούτρα σου, προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ".
Σ' έπιασε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί". Και στην
απελπισία, στο χαμό σου, φώναζε "Αυτός! Αυτός!" Κι έπιασες ένα πιστόλι,
να πολεμάς. Τι φταις!

http://download.wapday.com/animation/conttntsss/7477-t/red_rose.gif

Α. Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 19:36
Θα σ΄αγαπώ ό,τι κι αν γίνει
« Χαλάει ποτέ η αγάπη;» ρώτησε ο Μικρός.
«Λυγίζει άραγε ποτέ και σπάει; Κι αν ναι, μπορείς άραγε να την κολλήσεις, να τη φτιάξεις και να τη χτίσεις; »
«Α, δεν ξέρω» είπε η Μαμά « το μόνο που ξέρω είναι ότι θ...α σ΄ αγαπώ για πάντα». «Κι όταν πεθάνουμε και χαθούμε, θα μ΄αγαπάς ακόμη;» είπε ο Μικρός. «Θα υπάρχει ακόμα η αγάπη;»
Η Μαμά πήρε στην αγκαλιά της
τον Μικρό και κοίταξαν μαζί
από το παράθυρο τον ουρανό.
Το φεγγαράκι έφεγγε ψηλά
και τ΄αστεράκια ήταν φωτεινά. ...
«Κοίτα, Μικρέ, τ΄αστεράκια πώς λάμπουνε στον ουρανό. Ξέρεις πως πολλά απ΄αυτά έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια πια;» «Τα βλέπεις όμως πώς φωτίζουν ακόμα στον ουρανό; Η αγάπη είναι σαν τ'
αστέρια: ποτέ δεν πεθαίνει και πάντα φωτίζει».

http://www.dart-creations.com/images/stories/icontent/star.gif

Debi Gliori

NightWish
29-10-09, 19:37
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς...
Μην την εξευτελίζεις...
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντας την,
γυρίζοντας συχνά και εκθέτοντάς την ...
Στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει, σα μια ξένη φορτική...

Κ.Καβάφης (Όσο Μπορείς)

NightWish
29-10-09, 19:41
Όποτε μετράω τα κουμπιά της ψυχής μου,
πάντα μου λείπουν μερικά....
Τα 'χασα;
Μου τα κλέψανε;
Τα κατάπια;
Τα χάρισα;
Κύριος είδε...
Άντε τώρα να την κουμπώσω τη ρημάδα...
Άντε να την προφυλάξω...

http://l-stat.livejournal.com/img/mood/moonsis/stars/yellow/sad_sy.gif

από το Τετράδιο
της Αλκυόνης Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 19:44
"Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές, επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων είναι έτσι..Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερα τους όνειρα, επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν ήότι δεν θα τα καταφέρουν.
Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε απο το φόβο, μόνο και μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα,στιγμές που θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν,
θησαυρούς που θα μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί και όμως έμειναν για πάντα θαμμένοι στην άμμο..Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει υποφέρουμε πολύ..."

http://www.myemoticons.com/emoticons/images/msn/romance/heart_sad.gif

Paulo Coelho

NightWish
29-10-09, 19:45
"Στον κόσμο αυτό.. υπάρχει πάντα ένα άτομο
που περιμένει ένα άλλο..
είτε στη μέση μιας ερήμου..
είτε στη μέση μιας μεγάλης πόλης...
Κι όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι διασταυρώνονται
και οι ματιές σμίγουν...
το παρελθόν και το μέλλον χάνουν τη σημασία τους...
και το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εκείνη η στιγμή..
μαζί με την απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα
κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από το ίδιο Χέρι..
το Χέρι που αφυπνίζει την Αγάπη..."

http://profile.ak.fbcdn.net/object3/1033/89/q103385738912_7259.jpg

Paulo Coelho

NightWish
29-10-09, 19:47
Πάντα φεύγω.
Φεύγω,φεύγω , και πάντα φτάνω εκεί ακριβώς
απ' όπου έχω φύγει.
Μια ατέρμονη , αδιέξοδη φυγή. Σαν λιποταξία .
Μακάρι να μπορούσα κάποτε να φύγω από τη φυγή μου ..
Μα μου φαίνεται πως είναι πια αργά . Σουρούπωσε ...

http://download.wapday.com/animation/conttntsss/7477-t/red_rose.gif


Αλκυόνη Παπαδάκη - Ξεφυλλίζοντας Τη Σιωπή

NightWish
29-10-09, 19:52
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.

- Καλημέρα, απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε προς το μέρος απ' όπου ακουγόταν η φωνή, μα δεν είδε τίποτε.

- Εδώ είμαι, είπε η φωνή, κάτω από τη μηλιά...

- Ποια είσαι συ; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη...

- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...

- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού, δεν είμαι εξημερωμένη.

- Α! συγνώμη, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα, αφού σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε:

- Τι πάει να πει «εξημερωμένη»;

- Δεν θα είσαι από 'δω, είπε η αλεπού, τι ψάχνεις να βρεις;

- Ψάχνω να βρω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι σημαίνει εξημερωμένη;

- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Ακόμη ανατρέφουν κότες. Είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει. Μήπως ψάχνεις για κότες;

- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας, ψάχνω για φίλους. Τι σημαίνει «εξημερώνω»;

- Είναι κάτι ξεχασμένο για τα καλά, τώρα πια, είπε η αλεπού. Αυτό σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».

- Δημιουργώ δεσμούς;

- Ναι, βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα εσύ δεν είσαι ακόμη παρά ένα αγοράκι όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δεν έχω την ανάγκη σου. Κι εσύ το ίδιο δεν έχεις την ανάγκη μου. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Μα, αν εσύ με εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...

- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω πως μ' έχει εξημερώσει...



Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ - Ο Μικρός Πρίγκιπας

NightWish
29-10-09, 20:00
Σ'αγαπαω...μ'ακους ?

"Σ' αγαπάω, μ'ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα "πίστεψέ με" και τα "μη."
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για 'σένα και για 'μένα.
Επειδή σ' αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για 'σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ' έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε."
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ' αγαπάω και σ' αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από 'σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από 'σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για 'σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς;
Είμ' εγώ, μ' ακούς; Σ' αγαπάω, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, που πας, μ' ακούς;
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς; για μας, μ' ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ' ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;
Σ' άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ' ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ' ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ 'ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ' ακούς;
Για 'σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να 'ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για 'σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για 'σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για 'σένα,
όλα για 'σένα, για 'σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να' χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ' αγαπάω... Μ' ακούς;

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς...;"

http://i78.photobucket.com/albums/j92/Risingclouds/Love/heart-red-animated.gif

Οδυσσέας Ελύτης

NightWish
29-10-09, 20:03
-Καλή σου νύχτα, χίλιες φορές καλή σου νύχτα.

-Χίλιες φορές κακή χωρίς το φως σου.

-Καληνύχτα καληνύχτα τούτη η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει.

-Ύπνος να ‘ρθει στα μάτια σου και στην καρδιά σου ειρήνη.

-Ύπνος και ειρήνη θα θελα για σένα να ‘χα γίνει.


http://www.greatbluemarble.com/_borders/redrose_sm_clr.gif


Ρωμαίος και Ιουλιέτα

xenos@
29-10-09, 20:38
Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος
Που δεν έχει τι να περιμένει
Και όμως περιμένει.

Γιατι σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει.

Αβάσταχτο είναι... Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ'ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο...


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

NightWish
29-10-09, 20:43
Στον Ισκιο των πουλιών

Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

NightWish
29-10-09, 20:47
"Βαρέθηκα ν' ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ.
Να μοιράζομαι στην καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μάγουλά μου και να κάνουν κρούστα...
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε, ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι με τα λάθη μου.
Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά.
Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί.
Να μουλιάζω στη βροχή γιατί άνοιξα την ομπρέλα μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες..
......................
Πάντως, όπως και να 'χει το ζήτημα, ένα πράγμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ.
Γουστάρω τη φάση και περισσότερο την αντίφαση.
Γουστάρω την τρέλα μου και περισσότερο την τρέλα των άλλων.
Γουστάρω να μυρίζομαι την ανθρωπίλα.
Γουστάρω τ' αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες.
Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μ' ένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια."


http://www.sherv.net/cm/emo/heartbroken/broken-heart.gif


Απόσπασμα από το βιβλίο "Σκισμένο Ψαθάκι" (Αλκυόνη Παπαδάκη )

xenos@
29-10-09, 20:51
Ήρθε.
Και φώτισε την καταπακτή μου.
Κι έγινε φώς. Ήταν ο ουρανός; Δεν ξέρω.
Ενα μόνο ξέρω.
Πως έχασα τη γη.

Ήρθε.
Και ξοπίσω της έτρεχαν ξυπόλυτες
ένα κοπάδι ξέπλεκες ακτίνες.
Παίζοντας κρυφτούλι με τους ατμούς.


Ήρθε.
Κι έφυγε τρομαγμένη η πίσα
Σκορπώντας τα μαύρα της δάκρυα
Ενώ κάτι μεθυσμένοι κορυδαλοί
Ανεβοκατέβαιναν σα σαλτιμπάγκοι.

Ήρθε.
Κι ένα χελιδόνι
-Καθώς έφευγε για τόπους μακρινούς-
Σταμάτησε κι άπλωσε τις φτερούγες του
πάνω στο σταυρό της κοντινής μας εκκλησιάς.
Αγάπη!
Για να ζήσεις ήρθες
Ή για να σταυρωθείς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Yasmin
29-10-09, 20:52
Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ. Τόσο απλό. Τόσο θαυματουργό. Γυρίζω την πλάτη μου στη μούχλα του χειμώνα και τη σαπίλα, τραβάω για τον κόσμο που μ' έκλεισε έξω, που τον έκλεισα έξω. Βγάζω το κλειδί και ξεκλειδώνω. Τόσο απλό. Το είχα πάντα μέσα μου. Σκουριασμένο από την αχρησία, χαμένο μέσα σ' ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από την απληστία, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τη ματαιότητα. Ανασύρω το χρυσό κλειδί από το σωρό, το ξεπλένω και λάμπει, όπως πάντα το χρυσάφι.

Κι ο κόσμος μου γεμίζει φως...

Η αγαπη ειναι το μυστικο- Ομηρος Αβραμιδης

NightWish
29-10-09, 20:57
– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρωτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;

– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.

– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

– Τί χρώμα έχει η χαρά;

– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

– Και η μοναξιά;

– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.

– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

Ζω…

– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!

Συγχωρώ!

– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!

Ελπίζω!

– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι; ………………………………………………………………………………………….

– Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;

Ποιός έιναι ο δυνατός;

– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.

– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.

Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου! ……………………………………………………………………………………………… «Προσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σερνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χαλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγαλματα μόνο δε λυγάνε».

Ονειρεύονται… και ελπίζουν…

– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.

– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.

– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

– Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!

Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

http://www.torontomike.com/images/blog/moon.gif


Το χρώμα του φεγγαριού -- Αλκυόνη Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 21:03
Η ευτυχία μου είμαι εγώ... όχι εσύ..

όχι μονο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστικός,

αλλά κι επειδή εσύ θέλεις να είμαι αυτό που δεν είμαι..

Δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη όταν αλλάζω

μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω τον εγωισμό σου!

Ούτε μπορώ να νιώσω ήρεμη όταν με κριτικάρεις που δεν σκέφτομαι σαν

εσένα...

Ή που δε σε βλέπω όπως εσύ.

Με φωνάζεις επαναστάτρια.

Κι όμως κάθε φορά που απέρριψα τα πιστεύω σου, εσύ επαναστάτησες

ενάντια στα δικά μου.

Δε μπορώ να διαμορφώσω το μυαλό μου.

Ξέρω πως είναι δύσκολο να είσαι απλά εσύ..

Και δεν μπορώ να σου επιτρέψω να μου υπαγορεύσεις τι θα είμαι

γιατί βάζω όλη μου την προσοχή να είμαι εγώ..

Είπες πως είμαι διάφανη...

Κι εύκολα με ξεχνούν...

Γιατί τότε προσπάθησες να χρησιμοποιήσεις τη ζωή μου

για ν' αποδείξεις στον εαυτό σου ποιός είσαι;

http://download.wapday.com/animation/conttntsss/7477-t/red_rose.gif


Λέο Μπουσκάλια

NightWish
29-10-09, 21:07
Ένα παιχνίδι είναι ο έρωτας...
...ένα παιχνίδι είναι ο έρωτας και εσύ δεν το έμαθες ακόμη...
Τι λες πως είναι η ζωή;
Ένα λουλούδι, μια δροσιά, ένα τραγούδι!
Μη με κοιτάς... θέλει βουτιά ο έρωτας...

http://pics.mediaplazza.com/t_24/64x64/HKSharky_WS_FlowerHeart_ani.gif


Αλκυόνη Παπαδάκη

Το χρώμα του φεγγαριού

NightWish
29-10-09, 21:09
".. Ημερολόγιο δεν είναι διόλου όλες οι στιγμές μας,
μήτε η πεμπτουσία της ζωής μας,
αλλά το σημάδι, σχεδόν τυχαίο,
μιας οποιασδήποτε στιγμης, κάθε τόσο,
και όχι πάντα της σπουδαιότερης..."



Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ' (1934-1940

NightWish
29-10-09, 21:10
"Ν' αγαπάς σημαίνει και να σ' αγαπάνε..

Να μην ξεχνάς ποτέ πόσο ασήμαντος είσαι...

Να μη συνηθίσεις ποτέ την ανείπωτη βία

και τη χυδαία ανίσοτητα της ζωής γύρω σου...

Ν' αναζητάς τη χαρά στα πιο θλιβερά μέρη,

να κυνηγάς την ομορφιά μέσα στη φωλιά της...

Να μην απλοποιείς ότι είναι περίπλοκο

και να μην περιπλέκεις ότι είναι απλό...

Πάνω απ' όλα να παρακολουθείς τι συμβαίνει γύρω σου

και να προσπαθήσεις να καταλάβεις...

Να μην γυρίζεις ποτέ αλλού το βλέμμα σου...

και ποτέ μα ΠΟΤΕ να μην ξεχνάς..."



Αποσπασμα απο το βιβλιο της Αρουντατι Ροη,
Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ....

NightWish
29-10-09, 21:12
Έλα.. μου έγνεψε χαμογελώντας... κάνε γρήγορα...

Τα όμορφα πράγματα στη ζωή κρατούν όσο η βροχή μέσα στα δαχτυλά μου..

Αν αρνηθείς, είναι βρισιά.. Δεν χρειάζεται σκέψη...

Δεν σου ταιριάζουν οι δισταγμοί.. Ξέρω τι ψάχνεις...Ξέρω που πας...

Ψηλάφησα τα ίχνη από τα βήματα σου μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι...

Έχω κρυμμένη στα στήθια μου την έκρηξη που θα διαλύσει τα κύτταρα σου

και θα σε σκορπίσει στον ουρανό...

Κοίταξε με!

Είμαι ένα κόκκινο πλατανόφυλλο σ' ένα ποτάμι ορμητικό...

Αν κυνηγάς τα όνειρα, πέσε μέσα να με πιάσεις..

Αν δεν το κάμεις, αν φοβηθείς, δεν είσαι για μένα..

Φύγε... Δε σε συνάντησα ποτέ...

http://i115.photobucket.com/albums/n288/angelina_32/red_heart.gif

Απο το "Σκισμενο Ψαθακι" της Αλκυόνη Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 21:21
Έμαθε να κοιμάται στον αέρα,

βάζοντας πορεία, τη νύχτα,

πάνω στον άνεμο του πελάγους...

Με τον ίδιο εσωτερικό έλεγχο πέταγε μέσα από τις βαριές ομίχλες

κι ανέβαινε πάνω από σύννεφα,

στους αστραφτερούς ουρανούς,

ενώ την ίδια στιγμή οι άλλοι γλάροι σέρνονταν στο έδαφος,

βλέποντας μόνον ομίχλη και βροχή...

Έμαθε να καβαλά τους ψηλούς ανέμους...

Είχε μάθει να πετά...

κι όσο για το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει,

δε μετάνιωνε...

http://www.downloadatoz.com/_imgbank/0908/Wings-As-Eagles.icon.gif

Richard David Bach

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον

NightWish
29-10-09, 21:26
Αν δεν κτυπούσανε τα κύματα εκείνους τους βράχους στ' ακροθαλάσσι, δε θα καμάρωνες το σχήμα τους.

Έτσι δεν είναι; Στοιχίζει ακριβά η πείρα, αγόρι μου.

Στοιχίζει πανάκριβα η σοφία της ψυχής.Γιατί η σοφία του μυαλού είναι άλλο πράγμα.

Την αποκτά κανείς με τη γνώση.. Τούτη δω που σου λέω, η σοφία της ψυχής, αποκτιέται μόνο με πόνο...

Κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο...

Δεν ξέρω.. Άντε βάλε τσίπουρο.. Σαν το νερό πάει το άτιμο...;

Κάποτε πίστεψα κι εγώ όπως πολλοί άλλοι, πως θα 'φτιαχνα από την αρχή τον κόσμο..

Τα ΄δωσα όλα.. Δεν κράτησα ουτ' ένα ψίχουλο για τον εαυτό μου..

Γιατί έτσι έιμαι γω, π' ανάθεμά με...

Ή αδειάζω το ποτήρι μου ή δεν το λερώνω καθόλου... Δεν έγινε τίποτα...

Ο κόσμος στο χειρότερο πάει...

Και ξέρεις ποιό είναι το παράξενο; Δεν αισθάνομαι χαμένος.. Προδομένος..

Προσωπική υπόθεση, φίλε, η δικαίωση.

Καθένας χαράσσει με το σουγιαδάκι του ένα σήμα στο δέντρο της ζωής..

Είναι μερικοί, που χαράσσοντας αυτό το σήμα, τους ξεφεύγει το μαχαίρι και πληγώνονται..

Είναι γιατί ήταν πολυ παθιασμένπο εκείνη τη στιμή..

Είναι γιατί τρέμανε τα χέρια τους από τα πολλά όνειρα..

Είναι γιατί τα μάτια τους είχαν θαμπωθεί από την ομορφιά του κόσμου...

Ε! Δεν έπαψε η γη να γυρίζει, ε;.....




Αλκυόνη Παπαδάκη

Charos
29-10-09, 21:29
Για κάτι μεγάλο που ονειρευθήκαμε

Έρχεται κάποτε η στιγμή που όλοι δακρύζουμε για κάτι μεγάλο που ονειρευθήκαμε.
Να ‘ταν τάχα που μας κούρασαν τα ταξίδια ή το κατάρτι που ράγισε απ’ τον άνεμο λίγο πριν αγγίξουμε το σκαρί του;

Αλίμονο, πόσες να ‘ναι οι φορές που πεθάναμε καθώς είχαμε τα μάτια κλειστά κι αφημένες τις αισθήσεις στην ανάγκη του ταξιδιού αναζητώντας εκείνο το όνειρό…



Ιωάννης Τσιουράκης

NightWish
29-10-09, 21:31
Η ζωή δεν μαθαίνεται από δεύτερο χέρι..

Δεν είναι μια κυρία που φτάνει μόνο να στη συστήσουν

με όλους τους κανόνες της ευγένειας κι εσύ

να χαμογελάς,.. να κάμεις ελαφρά υπόκλιση και

να πεις χαίρω πολύ...

Ζήσε για να μάθεις...

Πάρε τα ρίσκα σου..

Μη φοβάσαι...


http://www.countryinns.com/chi/redesignimages/love-romance.jpg

από το Τετράδιο της

Αλκυόνης Παπαδάκη

NightWish
29-10-09, 21:36
Αν το καλοσκεφτούμε, κανείς δε ζει για τον άλλον...

Κάθε ένας πολεμάει για πάρτη του..

Συμβαίνει κάποτε, δυο άνθρωποι να συναντιούνται και να

δανείζει ο ένας στον άλλον ένα κομματάκι από τη ζωή του...

Άλλοι δανείζουν με τόκο, άλλοι χωρίς τόκο, άλλοι εν λευκώ

κι άλλοι με τζίφρες..

Αλλά κανείς δε χαρίζει...

Δίνει και παίρνει..

Η... περιμένει να πάρει...

Το ίδιο κάνει...



από το Τετράδιο της

Αλκυόνης Παπαδάκη

Charos
29-10-09, 21:42
Αγαπητέ Θεέ

Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ



Αγαπητέ Θεέ,

Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.

Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω· γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους.

Θες να σ’ το αποδείξω; Ξανακοιτά λίγο πιο πάνω και δες πώς αρχίζω το γράμμα μου! «Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο». Ε, δε θα μπορούσα να γράψω: «Με φωνάζουν Γλόμπο, δε δείχνω παραπάνω από επτά, μένω στο νοσοκομείο λόγω του καρκίνου μου, και δεν σού ’χω απευθύνει ποτέ το λόγο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχεις»;

Βέβαια, αν το γράψω αυτό, την πάτησα, γιατί θα δείξεις λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Κι εγώ το ’χω ανάγκη το ενδιαφέρον σου.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ’θελα να βρεις χρόνο να μου κάνεις και δυο-τρεις χάρες.

Εξηγούμαι:

Το νοσοκομείο, δε λέω, είναι ένα μέρος παρά πολύ συμπαθητικό, γεμάτο ευχάριστους μεγάλους που μιλάνε δυνατά, γεμάτο παιχνίδια και ροζ κυρίες που τους αρέσει να διασκεδάζουν με τα παιδιά, γεμάτο φίλους που είναι πάντα εκεί όταν τους θέλεις, όπως ο Μπέικον, ο Αϊνστάιν ή ο Ποπ Κορν. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, το νοσοκομείο είναι μια χαρά για έναν άρρωστο που το διασκεδάζει.

Εγώ, όμως, δεν το διασκεδάζω πια. Από τότε που μου έκαναν τη μεταμόσχευση, το καταλαβαίνω: δεν το διασκεδάζω πια. Κάθε πρωί που μ’ εξετάζει ο γιατρός Ντίσελντορφ, δεν το αντέχω πια, τον απογοητεύω. Με κοιτάζει αμίλητος, σαν να ’χα κάνει καμιά αταξία. Κι όμως, ήμουν τόσο συνεργάσιμος στην εγχείρηση! Καθόμουν φρόνιμος, τους άφησα να με κοιμίσουν, πόνεσα και δε φώναξα, πήρα όλα μου τα φάρμακα. Είναι κάτι μέρες, όμως, που έτσι μου έρχεται να του φωνάξω κατάμουτρα, να του πω ότι μπορεί να φταίει κι αυτός ο ίδιος, ο γιατρός Ντίσελντορφ με τα μαύρα φρύδια, να φταίει αυτός που απέτυχε η εγχείρηση. Μα παίρνει εκείνο το δυστυχισμένο ύφος του, και δε μου πάει να τον βρίσω. Όσο πιο πολύ σωπαίνει ο γιατρός Ντίσελντορφ μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα, τόσο πιο ένοχος αισθάνομαι. Έχω καταλάβει ότι έγινα ένας κακός άρρωστος, ένας άρρωστος που δε θέλει να πιστέψει ότι η ιατρική κάνει θαύματα.

Η σκέψη ενός γιατρού είναι μεταδοτική. Τώρα, όλοι στον όροφο —νοσοκόμες, βοηθοί, καθαρίστριες— με κοιτάζουν με το ίδιο βλέμμα. Έχουν θλιμμένο ύφος όταν είμαι σε καλή διάθεση· γελάνε με το ζόρι όταν λέω κάποιο αστείο. Είν’ αλήθεια: δε διασκεδάζουμε πια όπως πριν.

Μόνο η θεία Ροζ δεν. έχει αλλάξει. Κι ούτε νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει πια: είναι πολύ γριά. Τη θεία Ροζ, Θεέ, δεν έχω ανάγκη να σου τη συστήσω· πρέπει να ’ναι καλή σου φίλη, μια που η ίδια μου είπε να σου γράψω. Το πρόβλημα είναι ότι μόνο εγώ τη φωνάζω θεία Ροζ. Γι’ αυτό, πρέπει να κάνεις έναν κόπο για να καταλάβεις για ποιαν σου μιλάω: είναι η πιο ηλικιωμένη απ’ όλες τις κυρίες με τις ροζ μπλούζες που έρχονται απ’ έξω για να περάσουν λίγο χρόνο με τα άρρωστα παιδιά.

«Πόσων χρονών είστε, θεία Ροζ;»

«Μπορείς να συγκρατήσεις αριθμούς με δεκατρία ψηφία, μικρέ μου Όσκαρ;»

«Μα γιατί με πειράζετε;»

«Δε σε πειράζω. Όμως πρόσεξε: κανείς εδώ δεν πρέπει να μάθει την ηλικία μου, γιατί, αλλιώς, θα με διώξουν και δε θα βλεπόμαστε πια.» «Γιατί;»

«Είμαι παράνομα εδώ. Υπάρχει όριο ηλικίας για τις ροζ κυρίες. Κι εγώ αυτό το όριο το έχω περάσει εδώ και καιρό.»

«Έχετε λήξει δηλαδή, ε;»

«Ναι.»

«Σαν γιαούρτι;»

«Σσστ!»

«Ο.Κ. Δε λέω λέξη.»

Ήταν πολύ θαρραλέο εκ μέρους της να μού εμπιστευτεί το μυστικό της. Αλλά έπεσε στον σωστό άνθρωπο. Θα μείνω βουβός, ακόμα κι αν μου κάνει εντύπωση που κανείς δεν την έχει πάρει είδηση, με όλες αυτές τις ρυτίδες, σαν ακτίνες του ήλιου, γύρω από τα μάτια.

Μια άλλη φορά έμαθα κι άλλο ένα μυστικό της, κι άμα σ’ το πω, Θεέ, είμαι σίγουρος πως θα καταλάβεις ποια είναι.

Περπατούσαμε στον κήπο του νοσοκομείου, και πάτησε σκατά.

«Γαμώτο!»

«Α, θεία Ροζ, λέτε κακά λόγια!»

«Άκου να σου πω, σπόρε, θα μιλάω όπως θέλω — εντάξει;»

«Θεία Ροζ!»

«Και κούνα τον κώλο σου! Βγήκαμε για βόλτα, όχι για να κάνουμε παρέα στα σαλιγκάρια!»

Όταν καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι για να φάμε μια καραμέλα, τη ρώτησα!

«Μα πώς γίνεται και μιλάτε τόσο άσχημα;»

«Ας όψεται το επάγγελμα, μικρέ μου Όσκαρ. Στη δουλειά που έκανα, θα πήγαινα χαμένη αν μιλούσα με το σεις και με το σας.»

«Και ποιο ήταν το επάγγελμα σας;»

«Δεν θα με πιστέψεις...»

«Σας ορκίζομαι ότι θα σας πιστέψω.»

«Παλαίστρια του κατς.»

«Δε σας πιστεύω!»

«Άκου που σου λέω! Μ’ έλεγαν η Στραγγαλίστρια του Λανγκεντόκ.»

Από τότε, όποτε είμαι λίγο κακόκεφος, η θεία Ροζ, αφού σιγουρευτεί ότι κανείς δεν μπορεί να μας ακούσει, μου διηγείται τους μεγάλους αγώνες της! η Στραγγαλίστρια του Λανγκεντόκ εναντίον της Χασάπισσας του Λιμουζέν, τους αγώνες της επί είκοσι χρόνια εναντίον της Διαβολικής Σινκλέρ, μιας Ολλανδέζας που είχε οβίδες αντί για στήθια, και ειδικά τον αγώνα για τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας εναντίον της Ούλα-Ούλα ή Σκύλας του Μπούχενβαλντ που δεν είχε ηττηθεί ποτέ, ούτε καν από τα Ατσάλινα Μπούτια, το ίνδαλμα της θείας Ροζ όταν ήταν παλαίστρια του κατς. Εμένα μ’ αρέσει να τ ακούω όλα αυτά, γιατί φαντάζομαι τη φίλη μου πάνω στο ρινγκ (αλλά έτσι όπως είναι τώρα: μια γριούλα με ροζ μπλούζα που δεν πατάει πολύ γερά στα πόδια της) να ρίχνει στο καναβάτσο τις δράκαινες με τα μαγιό. Βάζω με το νου μου ότι είμαι εγώ. Εγώ είμαι ο δυνατός.

Παίρνω εκδίκηση.

Ε, τώρα, αν με όλα αυτά που σου είπα για τη θεία Ροζ ή Στραγγαλίστρια του Λανγκεντόκ, δεν έχεις καταλάβει ακόμα ποια είναι η θεία Ροζ, τι να σου πω... πρέπει να σταματήσεις να είσαι Θεός, και να πάρεις σύνταξη. Πιο σαφής δεν μπορώ να γίνω.

Ξαναγυρίζω στα δικά μου.

Η μεταμόσχευση, που λες, δεν πήγε και πολύ καλά. Ούτε κι η χημειοθεραπεία μου πήγαινε καλά, αλλά αυτό δεν πείραζε πολύ, γιατί όλοι εδώ είχαν ρίξει τις ελπίδες τους στη μεταμόσχευση. Τώρα μου φαίνεται ότι οι γιατροί δεν ξέρουν τι να προτείνουν, για να μη σου πω ότι έχουν αρχίσει και να με λυπούνται. Ο γιατρός Ντίσελντορφ, που η μαμά τον θεωρεί τόσο όμορφο αλλά εγώ βρίσκω ότι παραέχει μεγάλα φρύδια, δείχνει σαν Άι-Βασίλης που του τέλειωσαν τα δώρα.

Η ατμόσφαιρα χειροτερεύει και πάει. Μίλησα γι’ αυτό στο φίλο μου τον Μπέικον. Ο φίλος μου, για να λέμε την αλήθεια, δε λέγεται Μπέικον λέγεται Ιβ, αλλά εμείς τον φωνάζουμε Μπέικον που του πάει γάντι, αφού είναι ψηλός κι όλο καψίματα.

«Μπέικον, μου φαίνεται ότι οι γιατροί δε μ αγαπάνε πια — τους φέρνω στενοχώρια.»

«Ιδέα σου είναι, Γλόμπε! Δεν παθαίνουν τίποτα οι γιατροί. Το μυαλό τους κατεβάζει συνέχεια εγχειρήσεις. Εμένα, ας πούμε, μου έχουν υποσχεθεί τουλάχιστον έξι.»

«Θα τους εμπνέεις...»

«Εμένα μου λες!»

«Μα γιατί δεν μου λένε ξεκάθαρα ότι θα πεθάνω;»

Και τότε, ξαφνικά, ο Μπέικον έκανε ό,τι κάνουν όλοι στο νοσοκομείο!, κουφάθηκε. Αν πεις τη λέξη «πεθαίνω» μέσα σ’ ένα νοσοκομείο, κανείς δεν ακούει. Μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα βρουν εκεί μια δικαιολογία και θ’ αλλάξουν κουβέντα. Έκανα το τεστ με όλο τον κόσμο — εκτός από τη θεία Ροζ.

Σήμερα το πρωί, λοιπόν, θέλησα να δω αν κι αυτή γίνεται περήφανη στ’ αφτιά την κρίσιμη στιγμή.

«Θεία Ροζ, γιατί δε μου λέει κανείς ότι θα πεθάνω;»

Με κοιτάζει. Άραγε θ’ αντιδράσει όπως οι άλλοι; Αχ, σε παρακαλώ, Στραγγαλίστρια του Λανγκεντόκ, μείνε μαζί μου, κράτησε ανοιχτά τ αφτιά σου!

«Και γιατί να σ’ το πουν αφού το ξέρεις;»

Ουφ! Άκουσε.

«Μου φαίνεται, θεία Ροζ, ότι στο μυαλό τους έχουν άλλο νοσοκομείο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Κάνουν θαρρείς και τα νοσοκομεία είναι μόνο για να μπεις και να γίνεις καλά, ενώ τα νοσοκομεία μπορεί να ’ναι ακόμα και για να πεθάνεις.»

«Έχεις δίκιο, Όσκαρ. Πιστεύω, μάλιστα, ότι το ίδιο λάθος κάνουμε και για τη ζωή. Ξεχνάμε ότι η ζωή σπάει, ότι η ζωή, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, γίνεται χίλια κομμάτια, ότι η ζωή είναι εφήμερη. Κάνουμε όλοι σαν να ήμαστε αθάνατοι.»

«Η εγχείρηση μου απέτυχε, θεία Ροζ — έτσι δεν είναι;»

Η θεία Ροζ δεν απάντησε. Αυτός ήταν ο τρόπος της να λέει «ναι». Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχα καταλάβει, με πλησίασε και μου είπε, με τόνο παρακλητικό:

«Εγώ, φυσικά, δε σου είπα τίποτα. Μου τ’ ορκίζεσαι;»

«Ορκίζομαι.»

Σωπάσαμε για ένα λεπτάκι, ίσα-ίσα για να κατασταλάξουν αυτές οι καινούργιες σκέψεις.

«Δε γράφεις κάνα γράμμα στο Θεό, Όσκαρ;»

«Α, όχι, θεία Ροζ! Όχι κι εσείς!»

«Τι όχι κι εγώ;»

«Όχι κι εσείς! Δε σας είχα για ψεύτρα.»

«Μα δε σου λέω ψέματα!»

«Τότε γιατί μου μιλάτε για το Θεό; Δε φτάνει μια φορά που μου τη φέρανε με τον Άι-Βασιλη;»

«Όσκαρ, τι σχέση έχει ο Θεός με τον Άι-Βασίλη;»

«Άκου "τι σχέση έχει!" Δεν είναι η ίδια πλύση εγκεφάλου και τα ρέστα;»

«Κι εσύ, δηλαδή, τι νόμισες; Ότι εγώ, μια παλαίστρια του κατς που έχω δώσει εκατόν εξήντα πέντε αγώνες κι έχω νικήσει στους εκατόν εξήντα (και μάλιστα, τους σαράντα τρεις με νοκάουτ), εγώ, η Στραγγαλίστρια του Λανγκεντόκ, είναι δυνατόν να πιστεύω στον Άι-Βασίλη;»

«Όχι.»

«Ε, λοιπόν, μπορεί να μη πιστεύω στον Αι-Βασίλη, αλλά στο Θεό πιστεύω. Κατάλαβες τώρα;»

Αυτό, φυσικά, τ άλλαζε όλα.

«Και γιατί να γράψω στο Θεό;»

«Για να μη νιώθεις τόσο μόνος.»

«Πώς δε θα νιώθω τόσο μόνος με κάποιον που δεν υπάρχει;»

«Κάν’ τον να υπάρχει.»

Έγειρε προς το μέρος μου.

«Κάθε φορά που θα πιστεύεις σ’ αυτόν, όλο και πιο πολύ θα υπάρχει. Κι αν επιμείνεις, θα υπάρξει ολότελα. Δεν ξέρεις τι καλό θα σου κάνει...»

«Τι μπορώ να του γράψω;»

«Πες του τι σκέφτεσαι. Οι σκέψεις που δεν τις λες, είναι σκέψεις που βαραίνουν, σε στοιχειώνουν, σου φορτώνονται, που μουχλιάζουν και δεν κάνουν χώρο να ’ρθουν οι καινούργιες σκέψεις. Άμα δεν μιλάς, γίνεσαι ένας σκουπιδοτενεκές, γεμάτος παλιές σκέψεις που σαπίζουν.»

«Ο.Κ.»

«Αλλά πρόσεξε: ένα πράγμα την ημέρα μπορείς να ζητήσεις από το Θεό. Ακούς; Ένα μονάχα!»

«Φράγκο δεν αξίζει ο Θεός σας, θεία Ροζ. Ο Αλαντίν είχε δικαίωμα να ζητήσει τρεις χάρες απ’ το τζίνι.»

«Δεν είναι καλύτερα μια την ημέρα παρά τρεις και τέρμα;»

«Ο.Κ. Τότε μπορώ να του τα ζητήσω όλα; Παιχνίδια, καραμέλες, ένα αυτοκίνητο...»

«Όχι, Όσκαρ. Ο Θεός δεν είναι Αι-Βασίλης. Μόνο πνευματικές χάρες μπορείς να ζητήσεις.»

«Όπως...;»

«Όπως: θάρρος, υπομονή, εξηγήσεις.»

«Ο.Κ. Κατάλαβα.»

«Μπορείς, επίσης, να του ζητήσεις και χάρες για άλλους.»

«Μα τι είν’ αυτά που λες, θεία Ροζ; μια χάρη την ημέρα την κρατάω για τον εαυτό μου!»

Αυτά που λες, Θεέ. Ήθελα, με το πρώτο μου γράμμα, να σου δείξω λίγο πώς ζω εδώ, στο νοσοκομείο, όπου τώρα με κοιτάζουν σαν να ’μουν ένα εμπόδιο στην ιατρική, και θα ’θελα να μου δώσεις μιαν απάντηση! Θα γίνω καλά; Απάντησε μου μ’ ένα «ναι» ή ένα «όχι». Δεν είναι δύσκολο. Ναι ή όχι. Διαγράφεις το ένα από τα δύο.

Τα λέμε. Φιλάκια,

Όσκαρ.

Υ.Γ. Δεν έχω τη διεύθυνση σου. Τι κάνω;

Αγαπητέ Θεέ,

Μπράβο! Είσαι τέλειος! Πριν καλά-καλά ταχυδρομήσω το γράμμα, μου απάντησες. Μα πώς το κάνεις;

Σήμερα το πρωί, έπαιζα σκάκι με τον Αϊνστάιν στην αίθουσα ψυχαγωγίας, όταν ήρθε ο Ποπ Κορν και μου είπε!

«Έχουν έρθει οι γονείς σου.»

«Οι γονείς μου; Αποκλείεται. Οι γονείς μου έρχονται κάθε Κυριακή.»

«Είδα το αυτοκίνητο: ένα κόκκινο τζιπ με άσπρη κουκούλα.»

«Αποκλείεται.»

Σήκωσα τους ώμους και συνέχισα να παίζω σκάκι με τον Αϊνστάιν. Όμως, επειδή είχα το μυαλό μου αλλού, ο Αϊνστάιν μου ’φαγε όλα τα πιόνια, κι αυτό με εκνεύρισε ακόμα πιο πολύ. Τον Αϊνστάιν δεν τον λέμε Αϊνστάιν επειδή είναι πιο έξυπνος από τους άλλους, αλλά επειδή έχει ένα κεφάλι διπλάσιο απ’ το δικό μας — σαν να ’χει μέσα νερό. Κρίμα, γιατί, αν όλο αυτό ήταν μυαλό, θα μπορούσε να κάνει μεγάλα πράγματα ο Αϊνστάιν.

Όταν κατάλαβα ότι θα έχανα, εγκατέλειψα το παιχνίδι και πήγα στο δωμάτιο του Ποπ Κορν, που το παράθυρο του έβλεπε στο πάρκινγκ. Δεν έλεγε ψέματα: είχαν έρθει οι γονείς μου.

Πρέπει να σου πω, Θεέ, ότι οι γονείς μου κι εγώ μένουμε μακριά. Αυτό, δεν το καταλάβαινα όταν έμενα εκεί, αλλά τώρα που δεν μένω πια εκεί, μού φαίνεται πως είναι αρκετά μακριά. Έτσι οι γονείς μου μπορούν να ’ρχονται να με βλέπουν μόνο μια φορά την εβδομάδα, κάθε Κυριακή, γιατί την Κυριακή δεν δουλεύουν, ούτε κι εγώ.

«Βλέπεις ότι είχα δίκιο;» είπε ο Ποπ Κορν. «Πόσα μου δίνεις που σε ειδοποίησα;»

«Έχω σοκολάτες με φουντούκια.»

«Δεν έχεις πια φράουλες Tagada;»

«Όχι.»

«Ο.Κ.: σοκολάτες.»

Όπως καταλαβαίνεις, δε μας επιτρέπουν να δίνουμε στον Ποπ Κορν να τρώει, αφού είναι εδώ για να αδυνατίσει. Είναι εννιά χρονών κι είναι ενενήντα οκτώ κιλά, ένα και δέκα ύψος κι ένα και δέκα φάρδος! Το μοναδικό ρούχο που του κάνει, είναι ένα αμερικάνικο φούτερ. Και πάλι, οι ρίγες του είναι θεόστραβες. Επειδή, όμως, ούτε εγώ κι ούτε και κανένας απ’ τους φίλους μου πιστεύουμε ότι θα πάψει ποτέ να ’ναι χοντρός, κι επειδή τον λυπόμαστε που πεινάει τόσο πολύ, του δίνουμε πάντα ό,τι μας περισσεύει. Και τι να κάνει μια σοκολάτα σε τόσο λίπος! Αν έχουμε άδικο που τον ταΐζουμε, ας σταματήσουν και οι αδελφές να του χώνουν υπόθετα.

Γύρισα στο δωμάτιο μου για να περιμένω τους γονείς μου. Στην αρχή, δεν κατάλαβα πόσος χρόνος είχε περάσει, γιατί ήμουν λαχανιασμένος, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει τόσος χρόνος όσος για να πάνε και να έρθουν στο δωμάτιο μου δεκαπέντε φορές.

Ξαφνικά, κατάλαβα πού ήταν. Βγήκα στο διάδρομο. Όταν δεν μ’ έβλεπε κανείς, κατέβηκα τη σκάλα, κι ύστερα, μες στο μισοσκόταδο, περπάτησα μέχρι το γραφείο του γιατρού Ντίσελντορφ. Ήταν εκεί. Άκουγα τις φωνές τους πίσω από την πόρτα. Όπως ήμουν εξαντλημένος απ’ τις σκάλες, χρειάστηκα λίγο χρόνο για να πάρω ανάσα, και τότε ήρθε η καταστροφή: άκουσα αυτό που δεν έπρεπε ν’ ακούσω. Η μητέρα μου έκλαιγε με λυγμούς, ο γιατρός Ντίσελντορφ επαναλάμβανε: «Δοκιμάσαμε τα πάντα... πιστέψτε με... δοκιμάσαμε τα πάντα», και ο πατέρας μου έλεγε με τρεμάμενη φωνή: «Το ξέρω, γιατρέ, το ξέρω».

Έμεινα με το αφτί κολλημένο στη σιδερένια πόρτα. Δεν ξέρω τι ήταν πιο παγωμένο! το μέταλλο ή εγώ.

Ύστερα ο γιατρός Ντίσελντορφ είπε!

«Θέλετε μήπως να τον δείτε... να τον αγκαλιάσετε;»

«Με τι κουράγιο...» είπε η μητέρα μου.

«Δεν πρέπει να μας δει σ’ αυτή την κατάσταση» συμπλήρωσε ο πατέρας μου.

Και τότε κατάλαβα ότι οι γονείς μου ήταν δειλοί· κι ότι (αυτό είναι το χειρότερο) με πέρναγαν κι εμένα για δειλό!

Άκουσα να σέρνονται καρέκλες, κατάλαβα ότι θα ’βγαιναν, κι άνοιξα την πρώτη πόρτα που βρήκα μπροστά μου.

Έτσι βρέθηκα μέσα στο ντουλάπι για τις σκούπες, κι έμεινα εκεί όλο το άλλο πρωί, γιατί, μπορεί και να μη το ξέρεις, Θεέ, τα ντουλάπια για τις σκούπες ανοίγουν μόνο απ’ έξω, όχι από μέσα, σαν να φοβούνται οι άνθρωποι μήπως, τη νύχτα, οι σκούπες, οι κουβάδες κι οι σφουγγαρίστρες την κοπανήσουν!

Έτσι κι αλλιώς, δε μ’ ενοχλούσε που ήμουν κλεισμένος στο σκοτάδι, γιατί δεν είχα πια όρεξη να δω κανέναν, και γιατί τα πόδια και τα χέρια μου είχαν παραλύσει από το σοκ.

Γύρω στο μεσημέρι ήρθε στ αφτιά μου φασαρία απ’ τον επάνω όροφο. Άκουγα βήματα, άκουγα τρεχαλητά. Μετά, από παντού ακουγόταν τ όνομα μου! «Όσκαρ! Όσκαρ!»

Ωραία είναι ν’ ακούς να σε φωνάζουν, και να μην απαντάς. Μου ’κανε και καλό. Ήθελα έτσι να «τη σπάσω» σ’ όλο τον κόσμο.

Μετά, νομίζω ότι με πήρε λίγο ο ύπνος, κι ύστερα άκουσα το σούρσιμο από τις γαλότσες της καθαρίστριας, της κυρίας Ντα. Άνοιξε την πόρτα, και τότε τρομάξαμε κι οι δυο και βάλαμε τις φωνές — εκείνη επειδή δεν περίμενε να με βρει εκεί, κι εγώ επειδή δε θυμόμουν πόσο μαύρη ήταν ούτε πόσο δυνατά φώναζε.

Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Ήρθαν όλοι: ο γιατρός Ντίσελντορφ, η προϊσταμένη, οι αδελφές, οι άλλες καθαρίστριες. Κι εκεί που νόμιζα ότι θα με κατσάδιαζαν, τους είδα όλους σαν βρεγμένες γάτες κι αποφάσισα να μη χάσω χρόνο και να το εκμεταλλευτώ.

«Θέλω να δω τη θεία Ροζ.»

«Μα πού ήσουν, Όσκαρ; Πώς αισθάνεσαι;»

«Θέλω να δω τη θεία Ροζ.»

«Πώς βρέθηκες μέσα σ’ αυτό το ντουλάπι; Ακολούθησες κάποιον; Άκουσες τίποτα;»

«Θέλω να δω τη θεία Ροζ.»

«Πιες ένα ποτήρι νερό.»

«Όχι. Θέλω να δω τη θεία Ροζ.»

«Φάε μια μπουκιά...»

«Όχι. Θέλω να δω τη θεία Ροζ.»

Γρανίτης. Βράχος. Τσιμέντο. Δε γινόταν τίποτα. Μου μιλούσαν, κι ούτε που τους άκουγα πια. Ήθελα να δω τη θεία Ροζ.

Ο γιατρός Ντίσελντορφ έδειχνε εξαιρετικά ενοχλημένος από τους συνεργάτες του που κανείς τους δεν μπορούσε να μου επιβληθεί. Στο τέλος, ξέσπασε:

«Ας πάει τελοσπάντων κάποιος να φέρει αυτή την κυρία!»

Και μόνο τότε συμφώνησα να γυρίσω στο δωμάτιο μου και να κοιμηθώ λίγο.

Όταν ξύπνησα, η θεία Ροζ ήταν εκεί. Χαμογελούσε.

«Μπράβο, Όσκαρ — τα κατάφερες! Τους έδωσες ένα χαστούκι που δε θέλαν άλλο. Τώρα, όμως, με ζηλεύουν.»

«Σκασίλα μας.»

«Είναι, καλοί άνθρωποι, Όσκαρ... πολύ καλοί άνθρωποι.»

«Σκασίλα μου.»

«Τι συνέβη;»

«Ο γιατρός Ντίσελντορφ είπε στους γονείς μου ότι θα πεθάνω, κι εκείνοι το ’βαλαν στα πόδια. Τους μισώ.»

Της τα διηγήθηκα όλα με λεπτομέρειες, όπως και σε σένα, Θεέ.

«Χμμμ...» έκανε η θεία Ροζ, «αυτό μου θυμίζει το τουρνουά του Μπετίν, όπου είχα παλέψει με τη Σάρα Γιουπ Λα Μπουμ, την παλαίστρια με το λαδωμένο κορμί, το χέλι του ρινγκ, μια ακροβάτιδα που αγωνιζόταν σχεδόν τσίτσιδη και σου ξεγλιστρούσε από τα χέρια όταν προσπαθούσες να της κάνεις μια λαβή. Αγωνιζόταν μόνο στο Μπετίν, και κάθε χρόνο κέρδιζε το κύπελλο. Εγώ, όμως, αυτό το κύπελλο του Μπετίν το ήθελα σαν τρελή!»

«Και τι κάνατε, θεία Ροζ;»

«Όταν ανέβηκε στο ρινγκ, οι φίλοι μου της πέταξαν αλεύρι. Το λάδι και το αλεύρι κάνουν μια ωραία κρούστα. Με τρεις "σταυρούς" και δύο κινήσεις την έριξα στο καναβάτσο τη Σάρα Γιουπ λα Μπουμ. Μετά απ’ αυτό, δεν την έλεγαν πια χέλι του ρινγκ, αλλά μπακαλιάρο πανέ.»

«Με συγχωρείτε, θεία Ροζ, αλλά δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει το ’να με τ άλλο.»

«Εγώ καταλαβαίνω — και πολύ καλά, μάλιστα. Για όλα υπάρχει λύση, Όσκαρ. Πάντα υπάρχει κάπου ένα σακί με αλεύρι. Να γράψεις στο Θεό. Είναι πιο δυνατός από μένα.»

«Ακόμα και στο κατς;»

«Ναι. Ακόμα και στο κατς, ο Θεός "δεν παίζεται". Δε χάνεις να δοκιμάσεις. Για πες μου, όμως, μικρέ μου Όσκαρ: Τι σε πονάει πιο πολύ;»

«Μισώ τους γονείς μου.»

«Τότε μίσησέ τους με όλη σου τη δύναμη.»

«Εσείς μου το λέτε αυτό, θεία Ροζ;»

«Ναι. Μίσησέ τους με όλη σου τη δύναμη. Θα ’ναι σαν να μασουλάς ένα κόκαλο. Όταν θα πάψεις να το μασουλάς αυτό το κόκαλο, θα καταλάβεις ότι δεν άξιζε τον κόπο. Γράψε στο Θεό, πες του τα όλα και ζήτησε του να σε επισκεφθεί.»

«Μετακινείται;»

«Με τον τρόπο του· κι όχι συχνά, για να μην πω! πολύ σπάνια.»

«Γιατί; Κι αυτός άρρωστος είναι;»

Εκείνη τη στιγμή, απ’ τον αναστεναγμό τής θείας Ροζ κατάλαβα ότι δεν ήθελε να μου ομολογήσει πως κι εσύ, Θεέ, έχεις τα χάλια σου.

«Πες μου κάτι, Όσκαρ: οι γονείς σου δε σου μίλησαν ποτέ για το Θεό;»

«Τι το ψάχνετε τώρα; Οι γονείς μου είναι χαζοί.»

«Άλλο αυτό. Για το Θεό, όμως, δε σου μίλησαν ποτέ;»

«Ναι· μια φορά μονάχα. Για να πουν ότι δεν πιστεύουν σ’ αυτόν. Αυτοί πιστεύουν μόνο στον Αι-Βασίλη.»

«Μα τόσο χαζοί είναι, λοιπόν;»

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε! Τη μέρα που γύρισα από το σχολείο και τους είπα να σταματήσουν τις χαζομάρες γιατί είχα μάθει πια, όπως όλοι οι φίλοι μου, ότι δεν υπάρχει Άι-Βασίλης, πήραν ένα ύφος σαν να ’πεφταν από τα σύννεφα. Καθώς ήμουν έξω φρενών που είχα γίνει ρεζίλι στην αυλή του σχολείου, εκείνοι μου ορκίστηκαν ότι δεν είχαν κανένα σκοπό να με κοροϊδέψουν, ότι και οι ίδιοι πίστευαν στ’ αλήθεια πως ο Άι-Βασίλης υπήρχε, κι ότι είχαν πολύ, μα πάρα πολύ απογοητευτεί που δεν ήταν αληθινός! Τρελοί για δέσιμο σας λέω, θεία Ροζ!»

«Δεν πιστεύουν στο Θεό, λοιπόν...»

«Όχι.»

«Δε σε προβλημάτισε καθόλου αυτό;»

«Αν ασχολούμαι με το τι σκέφτονται οι χαζοί, δε θα μου μένει χρόνος γι’ αυτό που σκέφτονται οι έξυπνοι.»

«Έχεις δίκιο. Όμως το γεγονός ότι οι γονείς σου που, κατά τη γνώμη σου, είναι χαζοί...»

«... με περικεφαλαία, θεία Ροζ!»

«Αφού λοιπόν είναι χαζοί και δεν πιστεύουν στο Θεό, γιατί εσύ να μη πιστέψεις και να μη του ζητήσεις να σου κάνει μια επίσκεψη;»

«Δεν έχω αντίρρηση. Αλλά εσείς μου είπατε ότι είναι κατάκοιτος...»

«Όχι. Απλώς, έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να κάνει τις επισκέψεις του. Σ’ επισκέπτεται νοερά — στο μυαλό σου.»

Μ’ άρεσε αυτό. Το βρήκα σούπερ. Η θεία Ροζ πρόσθεσε:

«Θα δεις: οι επισκέψεις του κάνουν πολύ καλό.»

«Ο.Κ., θα του κάνω μια κουβέντα. Για την ώρα, πάντως, μόνο οι δικές σας επισκέψεις μού κάνουν καλό.»

Η θεία Ροζ χαμογέλασε και, σχεδόν ντροπαλά, έσκυψε να μου δώσει ένα φιλάκι στο μάγουλο. Όμως, σαν να μη το τολμούσε· σαν να ζητούσε την άδεια μου με το βλέμμα της.

«Εμπρός, φιλήστε με. Δε θα το πω στους άλλους. Δε θα σας χαλάσω τη φήμη.»

Ακούμπησε τα χείλη της στο μάγουλο μου και το ευχαριστήθηκα, ένιωσα μια ανατριχίλα και, μαζί, μια ζεστασιά — μύριζε πούδρα και σαπούνι.

«Πότε θα ξανάρθετε;»

«Μόνο δύο φορές την εβδομάδα μού επιτρέπουν να ’ρχομαι.»

«Μα δεν είναι δυνατόν, θεία Ροζ! Θα περιμένω δηλαδή τρεις μέρες;»

«Έτσι είναι ο κανονισμός.»

«Και ποιος τον φτιάχνει τον κανονισμό;»

«Ο γιατρός Ντίσελντορφ.»

«Αυτή τη στιγμή, ο γιατρός Ντίσελντορφ τα κάνει πάνω του μόλις με βλέπει. Πηγαίνετε να του ζητήσετε την άδεια, θεία Ροζ. Δεν κάνω πλάκα.»

Με κοίταξε σαν να δίσταζε.

«Δεν κάνω πλάκα. Θα ’ρχεστε να με βλέπετε κάθε μέρα. Αλλιώς, εγώ δεν γράφω στο Θεό.»

«Θα δω τι μπορώ να κάνω.»

Η θεία Ροζ έφυγε, κι εγώ έβαλα τα κλάματα.

Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινα πόσο ανάγκη είχα από βοήθεια. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινα πόσο άρρωστος ήμουν. Όλα αυτά τα κατάλαβα όταν μου πέρασε απ’ το νου ότι μπορεί και να μη την ξανάβλεπα ποτέ τη θεία Ροζ, και τα δάκρυα κυλούσαν καυτά στα μάγουλα μου.

Ευτυχώς, άργησε λίγο να γυρίσει, κι έτσι πρόλαβα να συνέλθω.

«Τα κανόνισα» μου είπε, επιστρέφοντας. «Πήρα άδεια. Για δώδεκα μέρες, μπορώ να ’ρχομαι να σε βλέπω κάθε μέρα.» «Μόνο εμένα και κανέναν άλλον;» «Μόνο εσένα και κανέναν άλλον, Όσκαρ. Δώδεκα μέρες.»

Εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω γιατί, έπιασα πάλι να κλαίω με λυγμούς. Ξέρω, βέβαια, πως τ’ αγόρια δεν κλαίνε, προπαντός εγώ με το κεφάλι γουλί που δε μοιάζω ούτε με αγόρι ούτε με κορίτσι, αλλά μάλλον με Αρειανό. Τίποτα — δεν μπορούσα να σταματήσω.

«Δώδεκα μέρες; Τόσο άσχημα, λοιπόν, είναι τα πράγματα, θεία Ροζ;»

Ήταν έτοιμη κι αυτή να βάλει τα κλάματα. Ταλαντευόταν. Η πρώην παλαίστρια εμπόδιζε την πρώην κοπέλα να αφεθεί. Το θέαμα ήταν όμορφο, και κάπως με διασκέδασε.

«Όσκαρ, τι μέρα έχουμε;»

«Πού σάς ήρθε τώρα; Κοιτάξτε το ημερολόγιο μου: 19 Δεκεμβρίου.»

«Στην πατρίδα μου, Όσκαρ, έχουμε ένα θρύλο που λέει ότι οι τελευταίες δώδεκα μέρες του χρόνου δείχνουν τον καιρό που θα κάνει τους δώδεκα μήνες της επόμενης χρονιάς. Έτσι, η 19η Δεκεμβρίου αντιστοιχεί στον Ιανουάριο· η 20ή Δεκεμβρίου, στο Φεβρουάριο και ούτω καθεξής, ώς την 31η Δεκεμβρίου που προμηνύει τον επόμενο Δεκέμβριο.»

«Αλήθεια;»

«Είναι ένας θρύλος! ο θρύλος του δωδεκαήμερου. Λέω, λοιπόν, να τον παίξουμε μαζί. Από σήμερα κιόλας, κάθε μέρα που περνάει, θα την υπολογίζεις ότι μετράει για δέκα χρόνια.»

«Δέκα χρόνια;»

«Ναι. Μια μέρα ίσον δέκα χρόνια.»

«Άμα είναι έτσι, σε δώδεκα μέρες θα ’μαι εκατόν τριάντα χρονών!»

«Ναι! Το φαντάζεσαι;»

Η θεία Ροζ με φίλησε (νιώθω ότι της αρέσει) κι έφυγε.

Άκου, λοιπόν, Θεέ: σήμερα το πρωί, γεννήθηκα, κι ούτε το κατάλαβα καλά καλά· το πράγμα άρχισε να ξεκαθαρίζει γύρω στο μεσημέρι, όταν έγινα πέντε χρονών κι ένιωσα ότι άρχιζα να καταλαβαίνω, κάτι που δεν με ωφέλησε και τόσο πολύ, γιατί πήρα τα άσχημα μαντάτα" απόψε είμαι δέκα χρονών, κι αυτή είναι η ηλικία της λογικής. Α, μη ξεχάσω να σου ζητήσω μια χάρη: όταν έχεις κάτι να μου αναγγείλεις, όπως σήμερα το μεσημέρι που έκλεισα τα πέντε, μη το κάνεις τόσο απότομα. Ευχαριστώ.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Υ.Γ. Έχω και μιαν άλλη χάρη να σου ζητήσω. Ξέρω ότι δικαιούμαι μόνο μία, αλλά η προηγούμενη ήταν και δεν ήταν χάρη· μάλλον συμβουλή θα την έλεγα.

Δεν έχω αντίρρηση για μια επισκεψούλα... μια νοερή επίσκεψη. Αυτό το βρίσκω πολύ σούπερ. Θα ’θελα πολύ να μου κάνεις μία. Είμαι ανοιχτός από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις εννιά το βράδυ. Τον υπόλοιπο χρόνο κοιμάμαι. Μερικές φορές, και κατά τη διάρκεια της ημέρας παίρνω έναν υπνάκο — είναι από τα φάρμακα. Όμως, αν έρθεις και με βρεις να κοιμάμαι, μη διστάσεις να με ξυπνήσεις. Θα ’ταν χαζό να κάνεις άδικα όλον αυτόν τον κόπο...

Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα μπήκα στην εφηβεία. Τι να σου πρωτοπώ... Τσακώθηκα με τους φίλους μου, τσακώθηκα με τους γονείς μου—κι όλα αυτά, εξαιτίας των κοριτσιών. Απόψε δεν είμαι δυσαρεστημένος που έκλεισα τα είκοσι, γιατί λέω: ουφ! τα χειρότερα πέρασαν. Η εφηβεία; Ευχαριστώ πολύ — δε θα πάρω...

Πρώτα απ’ όλα, Θεέ, σημειώνω ότι δεν ήρθες. Σήμερα, με όλα αυτά τα προβλήματα της εφηβείας που σου ’λεγα, κοιμήθηκα πολύ λίγο, οπότε αποκλείεται να μη σ’ έπαιρνα είδηση. Κι έπειτα, σ’ το ξαναλέω: αν έχω πάρει κάναν υπνάκο, σκούντα με.

Όταν ξύπνησα, η θεία Ροζ ήταν εδώ. Την ώρα που έτρωγα το πρωινό μου, μού διηγήθηκε τους αγώνες εναντίον της Βασιλικής Ρώγας, μιας βελγίδας παλαίστριας που κάθε μέρα κατέβαζε τρία κιλά ωμό κρέας κι ένα βαρέλι μπίρα. Απ’ ό,τι μου είπε η θεία Ροζ, το πιο ισχυρό σημείο της Βασιλικής Ρώγας ήταν το χνώτο της, λόγω της ζύμωσης κρέατος-μπίρας, και μόνο αυτό αρκούσε για να ρίξει τις αντιπάλους της στο καναβάτσο. Για να τη νικήσει, η θεία Ροζ χρειάστηκε να επινοήσει ένα κόλπο: φόρεσε μια κουκούλα, τη μούσκεψε στη λεβάντα και πήρε τ’ όνομα η Βασανίστρια του Καρπεντρά. Το κατς, λέει πάντα, δε θέλει μόνο μούσκουλα, αλλά και μυαλό.

«Ποιον αγαπάς πολύ, Όσκαρ;»

«Εδώ; Στο νοσοκομείο;»

«Ναι.»

«Τον Μπέικον, τον Αϊνστάιν, τον Ποπ Κορν.»

«Κι απ’ τα κορίτσια...;»

Αυτή η ερώτηση με βραχυκύκλωσε. Δε γούσταρα ν’ απαντήσω. Όμως η θεία Ροζ περίμενε, και μπροστά σε μια διεθνούς κλάσεως παλαίστρια του κατς δεν μπορείς να το παίζεις τρελός για πολλή ώρα.

«Την Πέγκι Μπλου.»

Η Πέγκι Μπλου είναι το μπλε παιδάκι. Μένει στο προτελευταίο δωμάτιο, στο βάθος του διαδρόμου. Χαμογελάει ευγενικά, αλλά δε μιλάει σχεδόν ποτέ — σαν μια νεράιδα που έκανε μια στάση στο νοσοκομείο να πάρει μιαν ανάσα. Πάσχει από μια περίεργη ασθένεια, την μπλε ασθένεια, ένα πρόβλημα με το αίμα που, ενώ θα ’πρεπε να πηγαίνει στους πνεύμονες, δεν πηγαίνει, κι όλο το δέρμα γίνεται μπλε. Περιμένει μια εγχείρηση που θα την κάνει ροζ. Εγώ πιστεύω πως είναι κρίμα· μια χαρά είναι έτσι μπλε η Πέγκι Μπλου. Γύρω της είναι πολύ φως και γαλήνη — όταν πας κοντά της, είναι σαν να μπαίνεις σε εκκλησία.

«Της το ’χεις πει;»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω να στηθώ μπροστά της και να της πω! "Πέγκι Μπλου, σ’ αγαπώ πολύ".»

«Και γιατί, παρακαλώ;»

«Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν ξέρω αν ξέρει ότι υπάρχω.»

«Ένας λόγος παραπάνω.»

«Έχετε δει πώς είμαι; Θα πρέπει να της αρέσουν οι εξωγήινοι, και δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό.»

«Εγώ σε βρίσκω πολύ όμορφο, Όσκαρ.»

Στο σημείο αυτό, η θεία Ροζ πάτησε λίγο φρένο στη συζήτηση. Είναι ευχάριστο ν’ ακούς τέτοια πράγματα, σου σηκώνεται η τρίχα, άλλα δεν έχεις τι να πεις.

«Δε θέλω να τη γοητεύσω μόνο με την εμφάνιση μου, θεία Ροζ.»

«Τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν;»

«Θέλω να την προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»

«Τι; Φαντάσματα; Έχει εδώ φαντάσματα;»

«Αν έχει, λέει! Κάθε νύχτα! Μας ξυπνάνε — κανείς δεν ξέρει γιατί. Μας τρελαίνουν στις τσιμπιές. Φοβόμαστε, γιατί δεν τα βλέπουμε. Ξυπνάμε, κι άντε μετά να μας ξαναπιάσει ύπνος.»

«Εσύ βλέπεις συχνά φαντάσματα;»

«Όχι. Εγώ κοιμάμαι πολύ βαθιά. Αλλά καμιά φορά, τη νύχτα, ακούω την Πέγκι Μπλου να φωνάζει. Θα ’θελα να την προστατέψω.»

«Τράβα να της το πεις.»

«Όπως και να ’χει, δε θα μπορούσα να το κάνω, γιατί, τη νύχτα, δεν επιτρέπεται να βγούμε απ’ το δωμάτιο μας. Έτσι λέει ο κανονισμός.»

«Σάμπως τα φαντάσματα γνωρίζουν τον κανονισμό; Όχι, βέβαια! Σκέψου πονηρά: αν σ’ ακούσουν να λες στην Πέγκι Μπλου ότι θα φυλάξεις σκοπιά για να την προστατέψεις απ’ αυτά, εσύ τι λες; Θα τολμήσουν να έρθουν;»

«Καλά... καλά...»

«Πόσων χρονών είσαι, Όσκαρ;»

«Δεν ξέρω. Τι ώρα είναι;»

«Δέκα. Μπαίνεις στα δεκαπέντε. Δε νομίζεις ότι είναι καιρός να αντιμετωπίσεις τα αισθήματα σου;»

Στις δέκα και μισή, το αποφάσισα και πήγα μέχρι την πόρτα του δωματίου της: ήταν ανοιχτή·

«Γεια σου, Πέγκι. Είμαι ο Όσκαρ.»

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ίδια η Χιονάτη περιμένοντας το πριγκιπόπουλο, όταν οι χαζονάνοι νόμιζαν ότι είχε πεθάνει, αλλά ίδια η Χιονάτη όπως στις φωτογραφίες με χιόνια όπου το χιόνι δεν είναι άσπρο αλλά μπλε.

Γύρισε προς το μέρος μου, κι εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν θα με περνούσε για τον πρίγκιπα ή για έναν απ’ τους νάνους. Εγώ, επειδή είναι ξυρισμένο το κεφάλι μου, θα ’λεγα «έναν απ’ τους νάνους», αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα, κι αυτό είναι το καλό με την Πέγκι Μπλου: δε λέει ποτέ τίποτα, κι όλα μένουν μυστήριο.

«Ήρθα να σου ανακοινώσω ότι απόψε το βράδυ κι όλα τα βράδια από δω και στο εξής, αν το θέλεις κι εσύ, θα φυλάω σκοπιά μπροστά από το δωμάτιο σου για να σε προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»

Με κοίταξε, τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες, κι είχα την εντύπωση ότι η ταινία παιζόταν σε αργή κίνηση, ότι ο αέρας γινόταν πιο αέρινος και η σιωπή πιο σιωπηλή, ότι βάδιζα όπως βαδίζεις μέσα στο νερό, ότι όλα άλλαζαν όσο ζύγωνα το κρεβάτι της, το φωτισμένο από ένα φως που έπεφτε από πουθενά.

«Ένα λεπτό, Γλόμπε! Εγώ θα φυλάξω την Πέγκι!»

Ο Ποπ Κορν στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας ή, μάλλον, γέμιζε το άνοιγμα της πόρτας. Μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας. Ήμουν σίγουρος πως, αν αυτός φυλούσε σκοπιά, ούτε ένα φάντασμα δε θα μπορούσε να περάσει.

Ο Ποπ Κορν έκλεισε το μάτι στην Πέγκι.

«Ε, Πέγκι; Δεν είμαστε φιλαράκια εσύ κι εγώ;»

Η Πέγκι κοίταξε το ταβάνι. Ο Ποπ Κορν το πήρε αυτό για «ναι» και με τράβηξε προς τα έξω.

«Αν θες κορίτσι, πάρε τη Σαντρίν. Η Πέγκι είναι πιασμένη.»

«Με ποιο δικαίωμα;»

«Με το δικαίωμα του ότι ήμουν εδώ πριν από σένα. Άμα δε συμφωνείς, παλεύουμε.»

«Συμφωνώ και με το παραπάνω.»

Ήμουν κάπως κουρασμένος και πήγα να καθίσω λίγο στο δωμάτιο της ψυχαγωγίας. Εκεί ακριβώς ήταν και η Σαντρίν. Η Σαντρίν έχει λευχαιμία, όπως κι εγώ, αλλά σ’ αυτήν, απ’ ό,τι φαίνεται, η θεραπεία πάει καλά. Τη φωνάζουν Κινέζα, γιατί φοράει μια μαύρη περούκα, γυαλιστερή, με ίσια μαλλιά και με φράντζα, κι αυτό την κάνει να μοιάζει σαν Κινέζα. Με κοιτάζει ενώ σκάει μια τσιχλόφουσκα.

«Αν θέλεις, μπορείς να με φιλήσεις.»

«Γιατί; Δε σου φτάνει η τσίχλα;»

«Πες καλύτερα ότι δεν μπορείς, μικρέ! Είμαι σίγουρη ότι δεν το ’χεις ξανακάνει.»

«Χα χα! Εδώ γελάνε! Είμαι δεκαπέντε και το ’χω κάνει πολλές φορές — να ’σαι σίγουρη.»

«Δεκαπέντε είσαι;» μου κάνει, έκπληκτη.

Κοιτάζω το ρολόι μου για να σιγουρευτώ.

«Ναι! δεκαπέντε περασμένα.»

«Πάντα ονειρευόμουνα να με φιλήσει ένας ψηλός δεκαπεντάρης.»

«Δεν ξέρεις τι χάνεις» λέω.

Και τότε κολλάει τα χείλη της και τα πετάει προς τα έξω, σαν μια βεντούζα που κολλάει στο τζάμι, και καταλαβαίνω ότι περιμένει φιλί.

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου και βλέπω να με κοιτάζουν όλοι οι φίλοι μου. Δεν το συζητάω να κάνω πίσω. Πρέπει να φανώ άντρας. Καιρός είναι.

Πλησιάζω και τη φιλώ. Εκείνη μ’ αγκαλιάζει σφιχτά, δεν μπορώ να ξεκολλήσω, το φιλί είναι υγρό, και ξαφνικά η Σαντρίν μού πασάρει την τσίχλα της. Κι εγώ, μέσα στην ταραχή μου, την κατάπια. Ήμουν έξαλλος.

Εκείνη τη στιγμή, κάποιος με χτύπησε στην πλάτη. Το ’να κακό φέρνει τ’ άλλο: οι γονείς μου. Είχα ξεχάσει ότι ήταν Κυριακή!

«Δε θα μας συστήσεις στη φίλη σου, Όσκαρ;»

«Δεν είναι φίλη μου.»

«Ό,τι και να ’ναι, σύστησε μας.»

«Από δω η Σαντρίν. Οι γονείς μου. Η Σαντρίν.»

«Χαίρομαι που σας γνωρίζω» λέει η Σαντρίν μ’ ένα γλυκερό ύφος.

Έτσι μου ’ρχόταν να την πνίξω.

«Θέλεις να ’ρθει η Σαντρίν στο δωμάτιο σου μαζί μας;»

«Όχι. Η Σαντρίν θα μείνει εδώ.»

Επιστρέφοντας στο κρεβάτι μου, ένιωσα κουρασμένος και κοιμήθηκα λιγάκι. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελα να τους μιλήσω.

Όταν ξύπνησα, είδα ότι, όπως πάντα, μου είχαν φέρει δώρα. Από τότε που μένω μόνιμα στο νοσοκομείο, οι γονείς μου δεν τα καταφέρνουν στη συζήτηση· οπότε, μου φέρνουν δώρα, και περνάμε ολόκληρα θλιβερά απογεύματα διαβάζοντας τους κανόνες και τις οδηγίες των παιχνιδιών. Ο πατέρας μου είναι τρομερός με τις οδηγίες: τις διαβάζει, ακόμα κι αν είναι στα τούρκικα ή στα γιαπωνέζικα. Ο πατέρας μου είναι παγκόσμιος πρωταθλητής στα χαμένα κυριακάτικα απογεύματα.

Σήμερα, το δώρο του ήταν ένα ντίσκμαν. Όταν σου κάνουν δώρο ένα ντίσκμαν, δεν γκρινιάζεις, ακόμα κι αν τρώγεσαι να το κάνεις.

«Δεν ήρθατε και χτες;»

«Χτες; Πώς σου ’ρθε αυτό; Μόνο Κυριακές δεν ερχόμαστε;»

«Κάποιος είδε το αυτοκίνητο σας στο πάρκινγκ.»

«Μόνο ένα κόκκινο τζιπ υπάρχει στον κόσμο; Τα αυτοκίνητα είναι για να τ’ αλλάζει ο κόσμος.»

«Σωστά. Δεν είναι σαν τους γονείς. Κρίμα.»

Έμειναν σύξυλοι. Μετά κι εγώ πήρα το ντίσκμαν κι άκουσα δύο φορές απανωτά, μπροστά τους, ολόκληρο τον Καρυοθραύστη. Επί δύο ώρες δεν μπορούσαν να πουν κουβέντα. Τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς.

«Σ’ αρέσει;»

«Ναι. Νυστάζω.»

Τότε κατάλαβαν πως έπρεπε να φύγουν. Είχαν τα χάλια τους. Αναποφάσιστοι. Ένιωθα ότι ήθελαν να μου πουν πολλά, αλλά δεν τα κατάφερναν.

Ήταν ωραίο να τους βλέπεις να υποφέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Έπειτα η μητέρα μου έπεσε πάνω μου, μ’ έσφιξε πολύ δυνατά, παρά πολύ δυνατά, και είπε με τρεμάμενη φωνή:

«Σ’ αγαπώ, μικρέ μου Όσκαρ, σ’ αγαπώ πάρα πολύ».

Είπα να αντισταθώ, αλλά, την τελευταία στιγμή, την άφησα να το κάνει. Θυμήθηκα τα παλιά, τότε που τα χάδια της ήταν απλά χάδια, τότε που δεν είχε αγωνία στη φωνή της όταν μου έλεγε πως μ’ αγαπούσε.

Μετά απ’ όλα αυτά, έπεσα και κοιμήθηκα.

Η θεία Ροζ είναι η πρωταθλήτρια του ξυπνήματος. Τερματίζει πάντα τη στιγμή ακριβώς που ανοίγω τα μάτια. Και πάντα με το χαμόγελο.

«Πώς πήγε με τους γονείς σου;»

«Πώς να πάει... Όπως πάντα. Σήμερα μου έκαναν δώρο τον Καρυοθραύστη.»

«Καρυοθραύστη; Τι περίεργο! Είχα μια φίλη που τη λέγαν έτσι. Εκεί να δεις πρωταθλήτρια! Έσπαγε με τα μπούτια της το σβέρκο των αντιπάλων της. Πήγες στην Πέγκι Μπλου;»

«Μη μου μιλάτε γι’ αυτήν. Είναι αρραβωνιασμένη με τον Ποπ Κορν.»

«Αυτή σου το είπε;»

«Όχι· αυτός.»

«Μπλοφάρει!»

«Δε νομίζω. Είμαι σίγουρος ότι της αρέσει πιο πολύ απ’ ό,τι εγώ. Είναι πιο δυνατός, πιο... προστατευτικός.»

«Μπλοφάρει, σού λέω! Εγώ, που έδειχνα σαν ποντικάκι πάνω στο ρινγκ, έχω νικήσει παλαίστριες που έμοιαζαν με φάλαινες και ιπποπόταμους. Όπως εκείνη η Ιρλανδέζα, η Πουτίγκα! εκατόν πενήντα κιλά νηστικιά, με κάτι μπράτσα σαν τα μπούτια μου και κάτι δικέφαλους σαν χοιρομέρια! Δεν μπορούσα ν’ αγκαλιάσω τις γάμπες της! Κι αφού δεν είχε μέση, δεν μπορούσα ούτε λαβή να της κάνω. Ανίκητη!»

«Και τι κάνατε;»

«Την ανάγκασα να τρέχει γύρω γύρω, ώστε να την κουράσω, και μετά την έριξα ανάσκελα.

Χρειάστηκε γερανός για να ξανασηκωθεί. Εσύ, είναι αλήθεια ότι είσαι ελαφροκόκαλος και δεν έχεις πολύ κρέας πάνω σου, όμως η γοητεία δεν έχει να κάνει μόνο με τα κόκαλα και το κρέας, αλλά και με την καρδιά. Κι εσύ, μικρέ μου Όσκαρ, έχεις μπόλικη καρδιά.»

«Εγώ;»

«Τράβα να βρεις την Πέγκι Μπλου κι άνοιξε της την καρδιά σου.»

«Είμαι λίγο κουρασμένος.»

«Κουρασμένος; Πόσων χρονών είσαι αυτή την ώρα; Δεκαοκτώ; Στα δεκαοκτώ δεν κουραζόμαστε.»

Ο τρόπος που μιλάει η θεία Ροζ, σου δίνει δύναμη.

Είχε νυχτώσει, οι ήχοι ακούγονταν πιο δυνατοί στο μισοσκόταδο, το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στο λινόλαιο του διαδρόμου.

Μπήκα στο δωμάτιο της Πέγκι και της πρότεινα το ντίσκμαν μου.

«Σου ’φερα ν’ ακούσεις το "Βαλς των νιφάδων". Είναι τόσο όμορφο, και σε θυμήθηκα.»

Όσην ώρα η Πέγκι άκουγε το «Βαλς των νιφάδων», χαμογελούσε θαρρείς και το βαλς ήταν μια παλιά της φιλενάδα που της έλεγε ανέκδοτα στ’ αφτί.

Μου επέστρεψε τη συσκευή και μου είπε!

«Ωραίο είναι».

Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα που μου είπε. Δεν είναι θαυμάσια για πρώτη κουβέντα;

«Θέλω να σου πω κάτι, Πέγκι Μπλου! δε θέλω να χειρουργηθείς. Είσαι όμορφη έτσι. Είσαι όμορφη έτσι μπλε.»

Πρόσεξα ότι της είχε αρέσει αυτό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά της είχε αρέσει.

«Απόψε, Όσκαρ, θέλω εσύ να με φυλάξεις απ’ τα φαντάσματα.»

«Βασίσου σε μένα, Πέγκι.»

Καμάρωνα. Τελικά, είχα νικήσει!

«Φίλησε με.»

Αυτή η ιστορία με τα φιλιά, πώς να το πω... φαίνεται πως τα κορίτσια τα ’χουν ανάγκη τα φιλιά. Όμως η Πέγκι, σε αντίθεση με την Κινέζα, δεν είναι ανώμαλη — μου πρότεινε το μάγουλο, και είν’ αλήθεια ότι κι εγώ λαχταρούσα να τη φιλήσω.

«Καληνύχτα, Πέγκι.»

«Καληνύχτα, Όσκαρ.»

Έτσι πέρασε η μέρα μου, Θεέ. Τώρα καταλαβαίνω γιατί την εφηβεία τη λένε άχαρη ηλικία. Είναι δύσκολη. Τελικά, όμως, έτσι και πατήσεις τα είκοσι, φτιάχνουν τα πράγματα. Άκου τώρα, λοιπόν, τη χάρη της ημέρας", θέλω να παντρευτώ την Πέγκι. Δεν είμαι σίγουρος αν ο γάμος ανήκει στα πνευματικά θέματα, αν δηλαδή είναι η ειδικότητα σου. Κάνεις και τέτοιες χάρες; Συνοικέσια; Αν όχι, πες το μου, για ν’ απευθυνθώ στον ειδικό. Δε θέλω να σε πιέσω, αλλά σε προειδοποιώ: δεν έχω πολύ καιρό. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε! γάμος του Όσκαρ και της Πέγκι Μπλου. Ναι ή όχι. Δες τι μπορείς να κάνεις.

Τα λέμε. Φιλάκια, Όσκαρ.

Υ.Γ. Αλήθεια, ποια είναι η διεύθυνση σου;

Αγαπητέ Θεέ,

Πάει κι αυτό. Παντρεύτηκα. Έχουμε 21 Δεκεμβρίου, κι εγώ, παντρεμένος πια, μπαίνω στα τριάντα μου. Όσο για παιδιά, η Πέγκι Μπλου κι εγώ αποφασίσαμε ότι δεν είναι ακόμα ώρα. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι δεν είναι έτοιμη.

Όλα έγιναν την περασμένη νύχτα.

Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα άκουσα το κλάμα της Πέγκι Μπλου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι μου. Τα φαντάσματα! Η Πέγκι Μπλου βασανιζόταν από τα φαντάσματα, ενώ της είχα υποσχεθεί να τη φυλάω. Θα ’βαζε με το νου της ότι ήμουν ένας γελοίος, δε θα μου ξαναμιλούσε πια και θα ’χε δίκιο.

Σηκώθηκα και πήγα προς τα εκεί απ’ όπου ακούγονταν κραυγές. Φτάνοντας στο δωμάτιο της Πέγκι, την είδα καθισμένη στο κρεβάτι της να με κοιτάει έκπληκτη. Μα κι εγώ είχα σαστισμένο ύφος, γιατί, ξαφνικά, είχα μπροστά μου την Πέγκι Μπλου να με κοιτάζει με κλειστό το στόμα, ενώ συνέχιζα ν’ ακούω φωνές. Έτσι προχώρησα μέχρι την επόμενη πόρτα, και τότε κατάλαβα ότι ήταν ο Μπέικον αυτός που στριφογύριζε στο κρεβάτι του γιατί τον πονούσαν τα εγκαύματα. Για μια στιγμή ένιωσα τύψεις, γιατί θυμήθηκα τη μέρα που είχα βάλει φωτιά στο σπίτι, στη γάτα, στο σκύλο, ακόμα και τη μέρα που είχα ψήσει τα χρυσόψαρα (τελικά, νομίζω ότι μάλλον έπρεπε να τα βράσω), αναλογίστηκα τι πρέπει να είχαν τραβήξει, κι είπα μέσα μου ότι, στο κάτω κάτω, καλύτερα που είχαν πεθάνει, απ’ το να βασανίζονται ατελείωτα με τις αναμνήσεις και τα εγκαύματα όπως ο Μπέικον, παρ’ όλες τις πλαστικές και τις αλοιφές.

Ο Μπέικον κουλουριάστηκε και σταμάτησε να κλαίει. Ξαναπήγα στης Πέγκι Μπλου.

«Δεν ήσουν εσύ, ε;» της είπα. «Πάντα νόμιζα ότι εσύ φωνάζεις τις νύχτες.»

«Κι εγώ νόμιζα ότι ήσουν εσύ.»

Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε σ’ αυτά που λέγαμε, σ’ αυτά που ακούγαμε! στην πραγματικότητα, ο καθένας σκεφτόταν τον άλλον εδώ και πολύ καιρό.

Η Πέγκι Μπλου έγινε ακόμα πιο μπλε, κάτι που σήμαινε ότι ένιωθε αμήχανα.

«Τι θα κάνεις τώρα, Όσκαρ;»

«Δεν ξέρω. Εσύ;»

Είναι να τρελαίνεσαι το πόσα κοινά σημεία έχουμε, πόσες κοινές ιδέες, πόσες ίδιες ερωτήσεις.

«Θες να κοιμηθείς μαζί μου;»

Είναι απίστευτα τα κορίτσια! Εγώ, μια τέτοια φράση, πριν την ξεστομίσω, θα τη γυρόφερνα στο νου μου ώρες, εβδομάδες, μήνες. Εκείνη μου την πέταξε έτσι, απλά, με τον πιο φυσικό τρόπο.

«Ο.Κ.»

Κι ανέβηκα στο κρεβάτι της. Ήμαστε λίγο στριμωγμένοι, αλλά περάσαμε μια νύχτα υπέροχη. Η Πέγκι Μπλου μυρίζει φουντούκι, και το δέρμα της είναι απαλό· όχι όπως είναι το δικό μου μόνο κάτω από τα μπράτσα, αλλά παντού. Κοιμηθήκαμε πολύ, ονειρευτήκαμε πολύ, μείναμε για ώρες αγκαλιά, μιλήσαμε για τη ζωή μας.

Όταν, το πρωί, μας βρήκε η κυρία Γκομέτ, η προϊσταμένη, παίχτηκε μια πραγματική όπερα. Έβαλε τις φωνές, η νυχτερινή νοσοκόμα έβαλε κι αυτή τις φωνές, η μία έβαζε τις φωνές στην άλλη, κι ύστερα στην Πέγκι, κι ύστερα σ’ έμενα, χτυπούσαν τις πόρτες, έπαιρναν μάρτυρες, μας έλεγαν «τα δύστυχα» ενώ εμείς ήμαστε πανευτυχείς, και χρειάστηκε να καταφθάσει η θεία Ροζ για να βάλει ένα τέλος στη συναυλία.

«Δεν αφήνετε ήσυχα τα παιδιά; Πιο πολύ σας ενδιαφέρει ο κανονισμός ή οι ασθενείς; Να σας πω εγώ για τον κανονισμό σας: χεσμένο τον έχω. Και τώρα, σιωπή! Πηγαίνετε αλλού να μαλλιοτραβηχτείτε. Δεν είμαστε σε αποδυτήρια εδώ!»

Η γνωστή θεία Ροζ. Με πήγε στο δωμάτιο μου, και κοιμήθηκα λίγο.

Όταν ξύπνησα, πιάσαμε την κουβεντούλα.

«Λοιπόν, Όσκαρ; Είναι σοβαρό με την Πέγκι;»

«Σοβαρό, λέει; Είμαι σούπερ-ευτυχισμένος. Παντρευτήκαμε χθες τη νύχτα.»

«Παντρευτήκατε;»

«Ναι. Κάναμε ό,τι κάνουν ένας άντρας και μια γυναίκα όταν είναι παντρεμένοι.»

«Α ναι;»

«Για ποιον με περνάτε; Είμαι... Τι ώρα είναι; Είμαι είκοσι και κάτι, και ζω όπως θέλω — εντάξει;»

«Βεβαίως!»

«Και φανταστείτε: ό,τι σιχαινόμουν πριν, όταν ήμουν νέος, τα φιλιά, τα χάδια — ε, λοιπόν, τελικά μού άρεσαν. Περίεργο πώς αλλάζει ο άνθρωπος, ε;»

«Χαίρομαι για σένα, Όσκαρ. Προοδεύεις.»

«Ένα πράγμα μόνο δεν κάναμε: το φιλί με γλώσσα. Η Πέγκι φοβήθηκε μην πιάσει παιδί. Εσείς τι νομίζετε;»

«Νομίζω ότι έχει δίκιο.»

«Α ναι; Αν μπορείς να πιάσεις παιδί μ’ ένα φιλί στο στόμα, αυτό το τι σημαίνει; Ότι θ’ αποκτήσω παιδί με την Κινέζα;»

«Ηρέμησε, Όσκαρ. Έχεις πολύ λίγες πιθανότητες — πάρα πολύ λίγες.»

Είχε καθησυχαστικό ύφος η θεία Ροζ, κι αυτό με ηρέμησε λιγάκι, γιατί πρέπει να σ’ το πω, Θεέ (σε σένα και μόνο σε σένα) ότι με την Πέγκι Μπλου, μία φορά... άντε·, δύο... ίσως και τρεις, βάλαμε και γλώσσα.

Κοιμήθηκα λιγάκι. Το μεσημέρι, φάγαμε μαζί, η θεία Ροζ κι εγώ, κι άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα.

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο κουρασμένος ήμουν σήμερα το πρωί.»

«Φυσικό δεν είναι; Όταν είμαστε μεταξύ είκοσι και είκοσι πέντε, βγαίνουμε τα βράδια, διασκεδάζουμε, κάνουμε άτακτη ζωή, ξοδεύουμε λεφτά από δω κι από κει, κι όλα αυτά πληρώνονται. Τι λες; Πάμε να δούμε το Θεό;» «Μπα; Ξέρετε τη διεύθυνση του;» «Νομίζω ότι είναι στο παρεκκλήσι.» Η θεία Ροζ μ έντυσε σαν να πηγαίναμε στον Βόρειο Πόλο, με πήρε αγκαλιά και με πήγε στο παρεκκλήσι που βρίσκεται στο βάθος του κήπου, πέρα από το παγωμένο γκαζόν... — μα τι κάθομαι τώρα και σου περιγράφω; Το σπίτι σου;

Έπαθα σοκ όταν είδα το άγαλμα σου, όταν είδα σε τι κατάσταση ήσουν, σχεδόν γυμνός, σκελετωμένος πάνω στο σταυρό, όλο πληγές, με ματωμένο μέτωπο απ’ τ’ αγκάθια, και το κεφάλι γερτό. Θυμήθηκα το δικό μου χάλι. Εξοργίστηκα. Αν ήμουνα Θεός, όπως εσύ, δε θ’ άφηνα να μου τα κάνουν αυτά.

«Τώρα μιλάτε σοβαρά, θεία Ροζ; Εσείς, μια παλαίστρια, μια μεγάλη πρωταθλήτρια, είναι δυνατόν να πιστεύετε σ’ αυτό;»

«Γιατί, Όσκαρ; Θα ’δινες περισσότερη πίστη στο Θεό αν έβλεπες έναν μποντιμπίλντερ με δουλεμένα ποντίκια, εξογκωμένους μύες, λαδωμένο δέρμα, κοντό μαλλί και προκλητικό σλιπάκι;»

«Μα...»

«Σκέψου, Όσκαρ. Ποιον Θεό νιώθεις πιο κοντά σου; Το Θεό που δεν αισθάνεται τίποτα, ή το Θεό που υποφέρει;»

«Αυτόν που υποφέρει, φυσικά! Εγώ, όμως, αν ήμουν στη θέση του, αν ήμουνα Θεός, αν είχα τα μέσα όπως αυτό, θα φρόντιζα να μην υποφέρω.»

«Κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει αυτό. Ούτε ο Θεός, ούτε εσύ, ούτε οι γονείς σου, ούτε εγώ.» «Εντάξει, εντάξει. Γιατί να υποφέρουμε, όμως;»

«Κοίταξε καλύτερα το πρόσωπο του. Παρατήρησε! σου δίνει την εντύπωση ότι υποφέρει;» «Όχι. Τι περίεργο... Δε φαίνεται να πονάει.» «Ακριβώς. Υπάρχουν δύο ειδών πόνοι, μικρέ μου Όσκαρ". ο σωματικός και ο ψυχικός. Τον σωματικό πόνο μάς τον προκαλούν άλλοι· τον ψυχικό, τον επιλέγουμε.» «Δεν καταλαβαίνω.»

«Όταν σου καρφώνουν καρφιά στις παλάμες και στα πόδια, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς: πονάς. Το υπομένεις. Αντίθετα, στην ιδέα του θανάτου δεν είσαι υποχρεωμένος να πονάς. Δεν ξέρεις τι είναι. Άρα, εξαρτάται από σένα.»

«Ξέρετε κανέναν που να χαίρεται στη σκέψη ότι θα πεθάνει;»

«Ναι· ξέρω. Η μητέρα μου ήταν έτσι. Ψυχορραγούσε χαμογελώντας από λαχτάρα, από ανυπομονησία, απ’ τη βιασύνη να γνωρίσει τι της έμελλε.»

Δεν είχα άλλα επιχειρήματα. Κι επειδή μ’ ενδιέφερε να μάθω τη συνέχεια, άφησα να περάσει λίγος χρόνος, γυροφέρνοντας στο νου μου αυτά που μου είχε πει

«Όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι περίεργοι. Γαντζώνονται σ’ αυτά που έχουν, όπως ένας ψύλλος στ’ αφτί ενός φαλακρού. Πάρε την Πουτίγκα για παράδειγμα, την ιρλανδέζα αντίπαλο μου με τα εκατόν πενήντα κιλά. Μου ’λεγε πάντα: "Να με συγχωρείς, αλλά εγώ δεν πρόκειται να πεθάνω· δεν έχω κάνει καμία τέτοια συμφωνία, δεν έχω υπογράψει κανένα συμβόλαιο". Έκανε λάθος. Κανείς δεν της είχε πει ότι η ζωή είναι αιώνια, κανείς! Εκείνη επέμενε να το πιστεύει, αντιδρούσε, απέκρουε την ιδέα του θανάτου, θύμωνε, έπαθε κατάθλιψη, αδυνάτισε, σταμάτησε τη δουλειά, έφτασε να ζυγίζει τριάντα κιλά, σαν ρέγγα είχε καταντήσει, κι έγινε χίλια κομμάτια. Και ενώ, φυσικά, πέθανε, όπως όλος ο κόσμος, η ιδέα και μόνο πως θα πέθαινε της κατάστρεψε τη ζωή.»

«Ήταν χαζή η Πουτίγκα, θεία Ροζ.»

«Σαν χωριάτικο πατέ. Όμως το χωριάτικο πατέ είναι πολύ διαδεδομένο... πολύ συνηθισμένο.»

Συμφώνησα και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.

«Οι άνθρωποι φοβούνται να πεθάνουν, γιατί τρέμουν το άγνωστο. Όμως τι είναι το άγνωστο; Εγώ, Όσκαρ, σου προτείνω να μη φοβάσαι και να έχεις εμπιστοσύνη. Κοίτα το πρόσωπο του Θεού πάνω στο σταυρό: υπομένει τον σωματικό πόνο, αλλά, επειδή έχει εμπιστοσύνη, δε νιώθει τον ψυχικό. Τα καρφιά δεν τον πονάνε τόσο πολύ. Αυτά είχα να σου πω. Αυτό κερδίζεις με την πίστη. Κι ήθελα να σ’ το δείξω.»

«Ο.Κ., θεία Ροζ, όταν θα τα χρειαστώ απ’ το φόβο μου, θα βάλω τα δυνατά μου για να έχω εμπιστοσύνη.»

Με φίλησε. Τελικά, Θεέ, ήταν ωραία μαζί σου σ’ εκείνη την ερημική εκκλησία με την τόσο γαλήνια ατμόσφαιρα.

Όταν γυρίσαμε, κοιμήθηκα για πολλή ώρα. Τώρα τελευταία, νυστάζω όλο και πιο πολύ — σαν λεχώνα. Μόλις ξύπνησα, είπα στη θεία Ροζ:

«Να σας πω κάτι; Δεν είναι ότι φοβάμαι το άγνωστο. Αυτό που μου τη δίνει, είναι ότι θα χάσω αυτά που ξέρω.»

«Κι εγώ σαν κι εσένα είμαι, Όσκαρ. Τι θα ’λεγες να καλούσαμε την Πέγκι Μπλου για ένα τσάι;»

Η Πέγκι Μπλου, λοιπόν, ήρθε κι ήπιαμε ένα τσάι μαζί. Έδειχνε να τα πηγαίνει πολύ καλά με τη θεία Ροζ, και γελάσαμε πολύ όταν η θεία Ροζ μας διηγήθηκε τον αγώνα της εναντίον των Αδελφών Ζικλέτ που ήταν τρίδυμες αλλά περνούσαν για μία. Μετά το τέλος κάθε γύρου, η Ζικλέτ που είχε εξουθενώσει την αντίπαλο της χοροπηδώντας πέρα-δώθε, πηδούσε έξω από το ρινγκ λέγοντας ότι πήγαινε για πιπί, έτρεχε στις τουαλέτες, κι αυτή που γύριζε ήταν η αδελφή της, φρέσκια-φρέσκια για να συνεχίσει τον αγώνα. Και ούτω καθεξής. Όλοι νόμιζαν ότι υπήρχε μόνο μία, ακαταπόνητη Ζικλέτ. Η θεία Ροζ ανακάλυψε το κόλπο, κλείδωσε τις δύο αναπληρωματικές στις τουαλέτες, πέταξε το κλειδί από το παράθυρο και νίκησε αυτήν που είχε μείνει. Θέλει μυαλό το κατς.

Μετά, η θεία Ροζ έφυγε. Οι νοσοκόμες μάς προσέχουν, την Πέγκι Μπλου κι εμένα, σαν να ήμαστε βαρελότα έτοιμα να εκραγούν. Γαμώτο, είμαι ή δεν είμαι τριάντα χρονών άντρας; Η Πέγκι Μπλου μού υποσχέθηκε ότι απόψε, μόλις βρει την ευκαιρία, θα ’ρθει εκείνη να με βρει, κι εγώ της υποσχέθηκα ότι, αυτή τη φορά, δε θα βάλω γλώσσα.

Η αλήθεια είναι ότι παιδιά δεν είναι δύσκολο να κάνεις — άντε μετά, όμως, να βρεις χρόνο να τα μεγαλώσεις.

Αυτά, Θεέ. Δεν ξέρω τι να σου ζητήσω απόψε, γιατί η μέρα μου ήταν πολύ όμορφη μέρα. Ή μάλλον ναι: Φρόντισε να πάει καλά αύριο η εγχείρηση της Πέγκι Μπλου... όχι όπως η δικιά μου, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Υ.Γ. Η εγχείρηση δεν είναι πνευματικό θέμα, οπότε μπορεί να μην το ’χεις στο μαγαζί σου. Αν είναι έτσι, φρόντισε τουλάχιστον ώστε, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της εγχείρησης, η Πέγκι Μπλου να το πάρει καλά. Βασίζομαι σε σένα.

Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα χειρουργήθηκε η Πέγκι Μπλου. Πέρασα δέκα τρομερά χρόνια. Είναι δύσκολη αυτή η δεκαετία των τριάντα· είναι η ηλικία της έγνοιας και των ευθυνών.

Τελικά, η Πέγκι δεν μπόρεσε να έρθει χτες τη νύχτα, γιατί η κυρία Ντικρί, η νυχτερινή αδελφή, έμεινε μαζί της για να την προετοιμάσει για τη νάρκωση. Το φορείο την πήρε γύρω στις οκτώ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν είδα την Πέγκι να περνάει ξαπλωμένη πάνω στο φορείο, κι έτσι όπως είναι κοντούλη κι αδύνατη, ίσα που φαινόταν κάτω από τα πράσινα σεντόνια.

Η θεία Ροζ μου κράτησε το χέρι για να μην ταραχτώ.

«Γιατί ο Θεός σας, θεία Ροζ, τα επιτρέπει αυτά σε ανθρώπους όπως η Πέγκι κι εγώ;»

«Ευτυχώς που υπάρχετε, μικρέ μου Όσκαρ... Πόσο άσχημη θα ’ταν η ζωή χωρίς εσάς!»

«Όχι... δεν καταλαβαίνετε. Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»

«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»

«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»

«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ...»

Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα.

«Μη μου κρύβετε πράγματα, θεία Ροζ — έμενα μπορείτε να μου τα λέτε όλα. Είμαι σχεδόν τριάντα δύο ετών, έχω καρκίνο, η γυναίκα μου έκανε μια σοβαρή εγχείρηση — άρα, την έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι.»

«Σ’ αγαπώ, Όσκαρ.»

«Κι εγώ. Τι μπορώ να κάνω για να σας λύσω τα προβλήματα; Θέλετε να σάς υιοθετήσω;»

«Να με υιοθετήσεις;»

«Ναι· όπως υιοθέτησα και τον Μπερνάρ όταν είδα ότι είχε τις μαύρες του.»

«Ποιος είναι ο Μπερνάρ;»

«Ο αρκούδος μου. Εκεί, στο ντουλάπι... πάνω στο ράφι. Είναι ο παλιός μου αρκούδος — δεν έχει πια ούτε μάτια ούτε στόμα ούτε μύτη, έχει αδειάσει σχεδόν ο μισός, κι είναι όλο σκισίματα. Σας μοιάζει λίγο. Τον υιοθέτησα το βράδυ που οι δύο χαζοί γονείς μου μού έφεραν έναν καινούργιο. Λες και υπήρχε περίπτωση να δεχτώ εγώ έναν καινούργιο αρκούδο! Καλύτερα να αντικαθιστούσαν εμένα μ’ ένα ολοκαίνουργιο αδελφάκι! Από κείνη τη μέρα τον υιοθέτησα. Θα του αφήσω ό,τι έχω και δεν έχω. Θέλω να υιοθετήσω κι εσάς, αν αυτό νομίζετε ότι θα σας κάνει καλό.»

«Μετά χαράς, Όσκαρ. Πιστεύω ότι θα μου κάνει πολύ καλό.»

«Κόλλα το, λοιπόν, θεία Ροζ!»

Ύστερα, πήγαμε κι ετοιμάσαμε το δωμάτιο της Πέγκι, φέραμε σοκολάτες, βάλαμε λουλούδια για την επιστροφή της.

Μετά, κοιμήθηκα. Είναι απίστευτο πόσο κοιμάμαι τώρα τελευταία!

Κατά το βραδάκι, με ξύπνησε η θεία Ροζ και μου είπε ότι η Πέγκι Μπλου είχε γυρίσει στο δωμάτιο της κι ότι η εγχείρηση είχε πετύχει.

Πήγαμε μαζί να τη δούμε. Οι γονείς της στέκονταν στο προσκέφαλο της. Δεν ξέρω τι τους είχαν πει η Πέγκι ή η θεία Ροζ, αλλά έδειχναν να ξέρουν ποιος είμαι, γιατί μου φέρθηκαν με πολύ σεβασμό, μ’ έβαλαν να καθίσω ανάμεσα τους, κι έτσι πρόσεχα τη γυναίκα μου μαζί με τα πεθερικά μου.

Ήμουν χαρούμενος γιατί η Πέγκι ήταν ακόμα μπλε. Πέρασε ο γιατρός Ντίσελντορφ, έσμιξε τα φρύδια και είπε ότι το χρώμα θα άλλαζε σιγά-σιγά τις επόμενες ώρες. Κοίταξα τη μητέρα της Πέγκι που μπορεί να μην είναι μπλε αλλά είναι όμορφη, και είπα μέσα μου ότι, δε βαριέσαι, εγώ τη γυναίκα μου, την Πέγκι, θα την αγαπώ ό,τι χρώμα και να ’χει.

Η Πέγκι άνοιξε τα μάτια, μας χαμογέλασε (σε μένα, στους γονείς της) και ξανακοιμήθηκε.

Οι γονείς της είχαν ησυχάσει, αλλά έπρεπε να φύγουν.

«Σου εμπιστευόμαστε την κόρη μας» μου είπαν. «Ξέρουμε ότι μπορούμε να βασιζόμαστε σε σένα.»

Έμεινα μαζί με τη θεία Ροζ μέχρι που η Πέγκι ξανάνοιξε τα μάτια, κι ύστερα πήγα στο δωμάτιο μου να ξεκουραστώ.

Τώρα που τελειώνω το γράμμα μου, συνειδητοποιώ ότι, τελικά, δεν ήταν άσχημη η σημερινή μέρα. Οικογενειακή. Υιοθέτησα τη θεία Ροζ, συμπάθησα και με συμπάθησαν τα πεθερικά μου, και ξαναβρήκα τη γυναίκα μου υγιή, ακόμα κι αν, γύρω στις έντεκα, άρχισε να γίνεται ροζ.

Τα λέμε. Φιλάκια, Όσκαρ.

Υ.Γ. Δεν έχει χάρη σήμερα. Θα ξεκουραστείς.

Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα πέρασα τη δεκαετία των σαράντα, κι έκανα τη μία βλακεία μετά την άλλη.

Σου τα λέω γρήγορα γρήγορα, γιατί δεν αξίζει ν’ ασχοληθώ για περισσότερο. Η Πέγκι Μπλου είναι καλά, αλλά ο Ποπ Κορν, που δε με χωνεύει πια, της έστειλε την Κινέζα για να με καρφώσει ότι την είχα φιλήσει στο στόμα.

Ύστερα απ’ αυτό, η Πέγκι μού είπε ότι είχαμε τελειώσει εμείς οι δυο. Διαμαρτυρήθηκα, της είπα ότι αυτό που είχε γίνει με την Κινέζα ήταν ένα νεανικό σφάλμα, ότι ήταν πολύ πριν τη γνωρίσω, ότι δεν μπορούσα να πληρώνω μια ζωή το παρελθόν μου.

Εκείνη δεν έλεγε ν’ ακούσει κουβέντα. Έγινε και φίλη με την Κινέζα για να με τσαντίσει, και τις άκουσα να χασκογελάνε παρέα.

Κι έτσι, όταν η Μπριζίτ, το «μογγολάκι» (που κολλάει σ’ όλο τον κόσμο γιατί τα «μογγολάκια», είναι γνωστό αυτό, τρελαίνονται για χάδια), ήρθε στο δωμάτιο μου να μου πει καλημέρα, την άφησα να με φιλήσει παντού. Έκανε σαν παλαβή από τη χαρά της’ σαν σκυλί που κάνει χαρές στ’ αφεντικό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο Αϊνστάιν ήταν στο διάδρομο. Κι ο Αϊνστάιν, μπορεί να ’χει νερό στο κεφάλι του, αλλά στραβός δεν είναι. Τα είδε όλα και τα είπε χαρτί και καλαμάρι στην Γϊέγκι και την Κινέζα. Τώρα, κι ας μην έχω κουνήσει απ’ το δωμάτιο μου, όλος ο όροφος με φωνάζει γυναικά.

«Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε με την Μπριζίτ, θεία Ροζ...»

«Η τρέλα της μέσης ηλικίας, Όσκαρ. Έτσι είναι όλοι οι άντρες μεταξύ σαράντα και πενήντα! θέλουν να σιγουρευτούν ότι μπορούν ν’ αρέσουν και α άλλες γυναίκες εκτός απ’ αυτές που αγαπούν.»

«Εντάξει! είμαι φυσιολογικός. Κάνω και χαζομάρες, όμως, ε;»

«Ναι! είσαι απολύτως φυσιολογικός.»

«Τι πρέπει να κάνω;»

«Ποιαν αγαπάς;»

«Την Πέγκι — μόνο την Πέγκι.»

«Πες της το, λοιπόν. Η σχέση δύο ανθρώπων είναι ευαίσθητη, κλονίζεται, αλλά, αν υπάρχει αγάπη, αξίζει να αγωνιστεί κανείς για να τη διατηρήσει.»

Αύριο, Θεέ, είναι Χριστούγεννα. Δε μου ’χε περάσει απ’ το μυαλό ότι είναι τα γενέθλια σου. Φρόντισε να τα ξαναφτιάξω με την Πέγκι, γιατί, δεν ξέρω αν φταίει αυτό, απόψε είμαι πολύ λυπημένος και δεν έχω δύναμη για τίποτα.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Υ.Γ. Τώρα που είμαστε φιλαράκια, τι δώρο θέλεις για τα γενέθλια σου;

Αγαπητέ Θεέ,

Στις οκτώ σήμερα το πρωί είπα στην Πέγκι Μπλου ότι την αγαπώ, ότι μόνο αυτήν αγαπώ κι ότι δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου μακριά της. Έβαλε τα κλάματα και μου εξομολογήθηκε ότι την είχα στενοχωρήσει πολύ, γιατί κι αυτή μόνο εμένα αγαπάει και δεν πρόκειται ποτέ να βρει άλλον, ιδίως τώρα που έχει γίνει ροζ.

Και τότε—τι περίεργο!— βρεθήκαμε κι οι δυο να κλαίμε με αναφιλητά, αλλά το χαιρόμασταν! Έχει πλάκα η έγγαμη ζωή· ειδικά μετά τα πενήντα, όταν το ζευγάρι έχει περάσει δοκιμασίες.

Στις δέκα η ώρα κατάλαβα ότι ήταν Χριστούγεννα, ότι δε θα μπορούσα να μείνω με την Πέγκι, γιατί είχε φτάσει στο δωμάτιο της ολόκληρη η οικογένεια της (αδέρφια, θείοι, ανίψια, ξαδέρφια), κι ότι ήμουν υποχρεωμένος να υποστώ τους γονείς μου. Τι δώρο θα μου ’καναν πάλι; Ένα παζλ με δεκαοκτώ χιλιάδες κομμάτια; Βιβλία στα κουρδικά; Ένα κουτί με οδηγίες χρήσεως; Μια φωτογραφία μου απ’ όταν ήμουν καλά; Έχοντας να κάνω με δύο κρετίνους, που είναι τόσο έξυπνοι όσο μια σακούλα σκουπιδιών, έβλεπα μιαν απειλή να διαγράφεται στον ορίζοντα, κι ενώ φοβόμουν τα πάντα, ένα ήταν σίγουρο: ότι θα περνούσα μια τελείως χαζή μέρα.

Αποφάσισα στα γρήγορα να την κοπανήσω, κι άρχισα να οργανώνομαι. Λίγο μοίρασμα: τα παιχνίδια μου στον Αϊνστάιν, τον υπνόσακο μου στον Μπέικον, τις καραμέλες μου στον Ποπ Κορν. Λίγη παρακολούθηση: η θεία Ροζ, πριν φύγει, περνούσε πάντα από την γκαρνταρόμπα. Λίγη πρόβλεψη: οι γονείς μου δεν επρόκειτο να εμφανιστούν πριν το μεσημέρι. Όλα πήγαν καλά: στις εντεκάμιση, η θεία Ροζ με φίλησε, μου ευχήθηκε να περάσω όμορφα τα Χριστούγεννα με τους γονείς μου, κι ύστερα τράβηξε για την γκαρνταρόμπα. Σφύριξα. Ο Ποπ Κορν, ο Αϊνστάιν και ο Μπέικον μ’ έντυσαν στα γρήγορα και με πήγαν σηκωτό ως την γκρανκάσα της θείας Ροζ, ένα αυτοκίνητο πιο παλιό απ’ τη λάσπη. Ο Ποπ Κορν, που είναι σαΐνι στο ν’ ανοίγει κλειδαριές, μια και είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια υποβαθμισμένη πόλη, παραβίασε την πίσω πόρτα, και με πέταξαν στο πάτωμα, ανάμεσα στα μπροστινά και τα πίσω καθίσματα. Μετά επέστρεψαν στο κτίριο, ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Μετά από αρκετή ώρα, η θεία Ροζ μπήκε στο αυτοκίνητο της, γύρισε το κλειδί καμιά δεκαπενταριά φορές ώσπου να το βάλει μπρος, και ξεκίνησε σπινάροντας. Είναι φοβερή η φασαρία που κάνουν αυτά τ’ αμάξια, άσε που έχεις την εντύπωση ότι τρέχουν του σκοτωμού και ταρακουνιέσαι όπως στα αυτοκινητάκια στα πανηγύρια.

Το πρόβλημα είναι ότι τη θεία Ροζ θα πρέπει να την έμαθε να οδηγεί κάποιος φίλος της κασκαντέρ! δεν υπολόγιζε ούτε φανάρια ούτε πεζοδρόμια ούτε προτεραιότητες, κόρναρε συνεχώς, χρησιμοποιούσε το πιο διδακτικό λεξιλόγιο για να βρίζει όσους εχθρούς έμπαιναν στον δρόμο της, κι εγώ σκεφτόμουν, γι’ άλλη μια φορά, πόσο καλό σχολείο, μα την αλήθεια, πρέπει να ’ναι το κατς.

Σχεδίαζα, με το που θα φτάναμε, να πηδήξω πάνω και να της κάνω! «Κούκου, θεία Ροζ!», αλλά όπως αυτή η κούρσα μετ’ εμποδίων για το σπίτι της κράτησε πολλή ώρα, αποκοιμήθηκα.

Με το που ξύπνησα, ήταν σκοτάδι, έκανε κρύο, είχε ησυχία και βρισκόμουν μόνος, ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα υγρό χαλί. Και τότε, για πρώτη φορά, σκέφτηκα ότι μπορεί και να ’χα κάνει βλακεία.

Μόλις βγήκα απ’ το αυτοκίνητο, έπιασε να χιονίζει. Κι όμως, δεν ήταν τόσο ευχάριστο όσο το «Βαλς των νιφάδων» από τον Καρυοθραύστη. Χτυπούσαν τα δόντια μου.

Είδα ένα ψηλό, φωτισμένο σπίτι. Πήγα προς τα εκεί. Με δυσκολία. Έπρεπε να κάνω ένα τέτοιο πήδημα για να φτάσω το κουδούνι, που σωριάστηκα στο χαλάκι της πόρτας.

Εκεί με βρήκε η θεία Ροζ.

«Μα... μα...» ψέλλισε.

Ύστερα έσκυψε πάνω μου και ψιθύρισε!

«Χρυσό μου».

Τότε σκέφτηκα ότι μπορεί και να μην είχα κάνει βλακεία.

Με σήκωσε και με πήγε στο σαλόνι της, όπου ένα στολισμένο έλατο σου ανοιγόκλεινε τα μάτια. Εντυπωσιάστηκα όταν είδα τι ωραίο σπίτι είχε η θεία Ροζ. Με κάθισε κοντά στο τζάκι για να ζεσταθώ, κι ήπιαμε σοκολάτα. Φαντάστηκα ότι θα με μάλωνε αφού πρώτα σιγουρευόταν ότι ήμουνα καλά. Εγώ, πάντως, έκανα ό,τι μπορούσα για ν’ αργήσω να συνέλθω, και δεν είχα καμία δυσκολία στο να τα καταφέρω, γιατί αυτό τον καιρό αισθάνομαι πολύ κουρασμένος.

«Όλο το νοσοκομείο σε ψάχνει, Όσκαρ. Έχει αναστατωθεί το σύμπαν. Οι γονείς σου είναι απελπισμένοι. Ειδοποίησαν την αστυνομία.»

«Καμία εντύπωση δε μού κάνει. Αν είναι τόσο βλάκες ώστε να πιστεύουν ότι θα τους αγαπήσω όταν θα φορέσω χειροπέδες...»

«Τι έχεις εναντίον τους;»

«Με φοβούνται. Δεν τολμούν να μου μιλήσουν. Κι όσο δεν τολμούν αυτοί, τόσο εγώ πιστεύω ότι είμαι ένα τέρας. Γιατί τους τρομάζω; Τόσο άσχημος είμαι; Βρομάω; Έχω γίνει ηλίθιος χωρίς να το καταλάβω;»

«Δε φοβούνται εσένα, Όσκαρ. Φοβούνται την αρρώστια.»

«Η αρρώστια κι εγώ είμαστε ένα. Δεν πρέπει να μου συμπεριφέρονται διαφορετικά επειδή είμαι άρρωστος. Ή μήπως δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν παρά μόνο έναν Όσκαρ υγιή;»

«Σ’ αγαπάνε, Όσκαρ. Μου το ’χουν πει.»

«Έχετε μιλήσει μαζί τους;»

«Ναι. Ζηλεύουν που τα πάμε τόσο καλά μεταξύ μας. Ή μάλλον, όχι· δε ζηλεύουν — είναι στενοχωρημένοι... στενοχωρημένοι που δεν μπορούν να είναι κι αυτοί έτσι μαζί σου.»

Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους, αλλά ήδη ο πολύς θυμός μού είχε περάσει. Η θεία Ροζ μου έφτιαξε άλλη μια ζεστή σοκολάτα.

«Ξέρεις κάτι, Όσκαρ; Μια μέρα, θα πεθάνεις. Αλλά και οι γονείς σου θα πεθάνουν.»

Είχα εντυπωσιαστεί από τα λεγόμενα της. Αυτό, δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ.

«Ναι. Κι αυτοί θα πεθάνουν. Ολομόναχοι. Και με τις φοβερές τύψεις ότι δεν μπόρεσαν να συμφιλιωθούν με το μονάκριβο παιδί τους, τον Όσκαρ που λάτρευαν.»

«Μη λέτε τέτοια πράγματα, θεία Ροζ — με μελαγχολούν.»

«Σκέψου τους, Όσκαρ. Το έχεις καταλάβει ότι θα πεθάνεις, γιατί είσαι ένα πανέξυπνο αγόρι. Αλλά δεν έχεις καταλάβει ότι δεν πεθαίνεις μόνο εσύ. Όλος ο κόσμος πεθαίνει. Μια μέρα, θα πεθάνουν κι οι γονείς σου. Μια μέρα, θα πεθάνω κι εγώ.» «Ναι, αλλά εγώ θα πάω πρώτος.» «Έτσι είναι. Αυτό, όμως, τι σημαίνει; Ότι έχεις όλα τα δικαιώματα; Ακόμα και το δικαίωμα να ξεχνάς τους άλλους;» «Κατάλαβα, θεία Ροζ. Τηλεφωνήστε τους.» Τη συνέχεια, Θεέ, θα σ’ την πω εν συντομία, γιατί πιάστηκε το χέρι μου. Η θεία Ροζ ειδοποίησε το νοσοκομείο, το νοσοκομείο ειδοποίησε τους γονείς μου, οι γονείς μου ήρθαν στης θείας Ροζ, και γιορτάσαμε τα Χριστούγεννα όλοι μαζί. Όταν ήρθαν οι γονείς μου, τους είπα: «Συγγνώμη... είχα ξεχάσει ότι κι εσείς μια μέρα θα πεθάνετε.»

Κάτι πάθανε, δεν ξέρω τι ακριβώς, ακούγοντας αυτή τη φράση, αλλά μετά ξανάγιναν όπως παλιά, και περάσαμε ένα σούπερ ρεβεγιόν όλοι μαζί.

Την ώρα του γλυκού, η θεία Ροζ θέλησε να δει στην τηλεόραση τη μεταμεσονύκτια Λειτουργία κι έναν αγώνα κατς που είχε γράψει στο βίντεο. Μας είπε ότι εδώ κι αρκετά χρόνια κρατάει έναν αγώνα κατς για να τον δει πριν τη μεταμεσονύκτια Λειτουργία, για να σταθεί στα πόδια της, ότι το ’χε έθιμο και θα την ευχαριστούσε πολύ αν τα βλέπαμε αυτά όλοι μαζί. Σε λίγο, παρακολουθήσαμε όλοι τον αγώνα που είχε γράψει. Ήταν υπέροχα! Η Μεφίστα εναντίον της Ζαν ντ’ Αρκ! Μαγιό, περικνημίδες και φοβερές νταρντανογυναίκες, όπως έλεγε ο μπαμπάς που ήταν κατακόκκινος και φαινόταν ότι του άρεσε το κατς. Είναι απίστευτο το τι ξύλο έπεσε. Εγώ, σ’ έναν τέτοιο αγώνα, θα τα ’χα φτύσει. Είναι θέμα προπόνησης, μου είπε η θεία Ροζ. Όσο πιο πολύ ξύλο τρως, τόσο πιο πολύ αντέχεις να φας. Πάντα πρέπει να ελπίζεις. Τελικά, κέρδισε η Ζαν ντ’ Αρκ, ενώ στην αρχή φαινόταν απίστευτο: θα πρέπει να το χάρηκες.

Χρόνια πολλά, Θεέ. Η θεία Ροζ, που μ’ έβαλε να κοιμηθώ στο κρεβάτι του μεγάλου της γιου (ο μεγάλος της γιος είναι κτηνίατρος στο Κονγκό με τους ελέφαντες), έκρινε ότι το καλύτερο δώρο για τα γενέθλια σου ήταν η συμφιλίωση μου με τους γονείς μου. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, το βρίσκω μικρό για δώρο. Αλλά αφού το λέει η θεία Ροζ που είναι και παλιά σου φίλη...

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Υ.Γ. Ξέχασα: η χάρη που σου ζητάω σήμερα, είναι να μείνουν οι γονείς μου όπως ήταν απόψε. Κι εγώ επίσης. Μια χαρά Χριστούγεννα ήταν αυτά, προπαντός ο αγώνας της Μεφίστα εναντίον της Ζαν ντ’ Αρκ. Λυπάμαι που δεν έμεινα ξύπνιος για τη Λειτουργία σου.

Αγαπητέ Θεέ,

Έχω περάσει τα εξήντα και πληρώνω για όλες τις καταχρήσεις που έκανα χτες βράδυ. Δεν ήμουν σε μεγάλη φόρμα σήμερα.

Χάρηκα που γύρισα σπίτι... θέλω να πω, στο νοσοκομείο. Έτσι γίνεται όταν γερνάς! δε σ’ αρέσουν πια οι μετακινήσεις. Είναι σίγουρο ότι δε θέλω πια να φύγω.

Αυτό που δεν σου είπα στο χτεσινό γράμμα μου, είναι ότι στο σπίτι της θείας Ροζ, πάνω σε μια εταζέρα, στη σκάλα, είδα ένα άγαλμα της Πέγκι Μπλου. Στ’ ορκίζομαι. Ολόιδια, γύψινη, με το ίδιο γλυκό πρόσωπο, το ίδιο μπλε χρώμα στα ρούχα και στο δέρμα. Η θεία Ροζ λέει ότι είναι η Παναγία (η μητέρα σου, απ’ ό,τι κατάλαβα) κι ότι έφτασε στα χέρια της από γενιά σε γενιά. Δέχτηκε να μου τη χαρίσει. Την έβαλα πάνω στο κομοδίνο μου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα ξαναπάει στην οικογένεια της θείας Ροζ, αφού την έχω υιοθετήσει.

Η Πέγκι Μπλου πάει καλύτερα. Ήρθε και με είδε με το καροτσάκι. Δε συμφώνησε μαζί μου ότι είναι εκείνη στο άγαλμα, αλλά περάσαμε ωραία μαζί. Κρατιόμασταν χέρι-χεράκι κι ακούγαμε τον Καρυοθραύστη, κι αυτό μάς θύμισε ωραίες εποχές.

Δε σου γράφω πια πολλά, γιατί το στιλό μού πέφτει λίγο βαρύ. Εδώ, όλος ο κόσμος είναι άρρωστος, ακόμα κι ο γιατρός Ντίσελντορφ. Φταίνε οι σοκολάτες, τα φουαγκρά, τα μαρόν-γκλασέ και οι σαμπάνιες που πρόσφεραν οι γονείς στο νοσηλευτικό προσωπικό. Πολύ θα ’θελα να μου κάνεις μια επίσκεψη.

Φιλάκια. Τα λέμε,
Όσκαρ.

Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα έγινα ογδόντα χρονών και σκέφτηκα πάρα πολύ.

Πρώτα απ’ όλα, χρησιμοποίησα το χριστουγεννιάτικο δώρο της θείας Ροζ. Σου μίλησα ποτέ γι’ αυτό; Δε θυμάμαι. Είναι ένα φυτό της Σαχάρας που ζει μόνο μία μέρα. Μόλις ο σπόρος πιει νερό, μπουμπουκιάζει, γίνεται μίσχος, βγάζει φύλλα, πετάει ένα λουλούδι, παράγει σπόρους, μαραίνεται, και χοπ, το βράδυ, τέλος. Καταπληκτικό δώρο — σ’ ευχαριστώ που το δημιούργησες. Σήμερα το πρωί, στις επτά, το ποτίσαμε η θεία Ροζ, οι γονείς μου κι εγώ (δεν ξέρω αν σ’ το ’χω πει! οι γονείς μου αυτόν τον καιρό μένουν στης θείας Ροζ γιατί το σπίτι της είναι πιο κοντά στο νοσοκομείο) κι έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω όλη του τη ζωή. Συγκινήθηκα. Δε λέω, το λουλούδι είναι μάλλον καχεκτικό και λίγο αστείο, δεν είναι σαν το μπαομπάμπ, αλλά τη δουλειά του την κάνει μια χαρά, σαν μεγάλο φυτό, μπροστά στα μάτια μας και μέσα σε μια μέρα.

Παρέα με την Πέγκι Μπλου διαβάσαμε το Λεξικό Ιατρικών Όρων. Είναι το αγαπημένο της βιβλίο. Έχει πάθος με τις αρρώστιες κι αναρωτιέται τι αρρώστια μπορεί να της έρθει μετά. Εγώ έψαξα για τις λέξεις που μ’ ενδιέφεραν! «Ζωή», «Θάνατος», «Πίστη», «Θεός». Ε, θέλεις με πιστεύεις, θέλεις δε με πιστεύεις, δεν υπήρχαν! Τι σημαίνει αυτό; Να σου πω τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος, ούτε η πίστη, ούτε εσύ είστε αρρώστιες, κάτι που μάλλον είναι καλό νέο. Από την άλλη, όμως, δε θα ’πρεπε, σ’ ένα τόσο σοβαρό βιβλίο, να υπάρχουν και απαντήσεις στις πιο σοβαρές ερωτήσεις;

«Θεία Ροζ, μου φαίνεται ότι στο Λεξικό Ιατρικών Όρων υπάρχουν μόνο ειδικά θέματα και απαντήσεις σε προβλήματα που μπορούν να συμβούν στον καθένα μας χωριστά, αλλά δεν υπάρχουν θέματα που μας αφορούν όλους! η Ζωή, ο Θάνατος, η Πίστη, ο Θεός.»

«Ίσως θα ’πρεπε να πάρεις ένα φιλοσοφικό λεξικό, Όσκαρ. Ωστόσο, ακόμα κι αν βρεις τις ιδέες που ψάχνεις, και πάλι κινδυνεύεις να απογοητευτείς. Το λεξικό προτείνει πολλές και διάφορες ερμηνείες για κάθε έννοια.»

«Πώς γίνεται αυτό;»

«Οι πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις παραμένουν ερωτήσεις. Περιβάλλονται από μυστήριο. Σε κάθε απάντηση πρέπει να προσθέτουμε ένα "ίσως". Οριστική απάντηση έχουν μόνο οι ερωτήσεις που δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον.»

«Θέλετε να πείτε ότι για τη "Ζωή" δεν υπάρχει λύση;»

«Θέλω να πω ότι για τη "Ζωή" υπάρχουν πολλές λύσεις και, άρα, καμία.»

«Εγώ, αυτό που πιστεύω, θεία Ροζ, είναι ότι η μόνη λύση για τη ζωή είναι το να ζεις.»

Πέρασε να μας δει ο γιατρός Ντίσελντορφ. Ήταν σαν σκυλί δαρμένο, κι αυτό το έδειχναν ακόμα πιο έντονο τα μαύρα φρύδια του.

«Τα χτενίζετε τα φρύδια σας, γιατρέ;» τον ρώτησα.

Κοίταξε γύρω του με απορία, σαν να ’θελε να ρωτήσει τη θεία Ροζ ή τους γονείς μου αν είχε ακούσει καλά. Στο τέλος, είπε ναι με πνιχτή φωνή.

«Δεν πρέπει να έχετε τέτοια μούτρα, γιατρέ. Ακούστε. .. Θα σας μιλήσω ειλικρινά, γιατί και εγώ ήμουν πολύ εντάξει στα φάρμακα, κι εσείς στην αντιμετώπιση της αρρώστιας. Μην έχετε ένοχο ύφος. Δεν είναι δικό σας λάθος αν είστε υποχρεωμένος να λέτε τα κακά νέα στον κόσμο, όλες αυτές τις ανίατες αρρώστιες με τα λατινικά ονόματα. Πρέπει να χαλαρώσετε... να ηρεμήσετε. Δεν είστε Θεός. Δεν κυβερνάτε εσείς τη φύση. Εσείς είστε ένας απλός επισκευαστής. Μη δίνετε τόση σημασία, γιατρέ, γιατί, αλλιώς, δε σας βλέπω να συνεχίσετε αυτό το επάγγελμα για πολύ καιρό. Αν βλέπατε τα μούτρα σας...»

Όσην ώρα με άκουγε, ο γιατρός Ντίσελντορφ είχε ένα στόμα σαν να ρουφούσε ένα αβγό. Μετά χαμογέλασε, χαμογέλασε μέσα απ’ την καρδιά του, και με φίλησε.

«Έχεις δίκιο, Όσκαρ. Σ’ ευχαριστώ που μου τα είπες όλα αυτά.»

«Παρακαλώ, γιατρέ. Στη διάθεση σας. Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε.»

Αυτά, Θεέ. Εσένα, όμως, ακόμα σε περιμένω. Έλα. Μη διστάζεις. Έλα, ακόμα κι αν έχω πολύ κόσμο αυτόν τον καιρό. Θα χαρώ πραγματικά πολύ.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Αγαπητέ Θεέ,

Η Πέγκι Μπλου έφυγε. Γύρισε σπίτι της. Δεν είμαι χαζός... ξέρω πολύ καλά πως δε θα την ξαναδώ.

Δε θα σου γράψω, γιατί είμαι πολύ στενοχωρημένος. Η Πέγκι κι εγώ περάσαμε μαζί μια ολόκληρη ζωή, και τώρα να ’μαι πάλι μόνος, φαλακρός, ξεκούτης, κουρασμένος στο κρεβάτι μου. Είναι άσχημα τα γηρατειά.

Σήμερα δεν σ’ αγαπώ πια.
Όσκαρ.

Αγαπητέ Θεέ,

Ευχαριστώ που ήρθες.

Διάλεξες την καλύτερη στιγμή, γιατί είχα τα χάλια μου. Ίσως και να σε πείραξε το χτεσινό μου γράμμα...

Όταν ξύπνησα, αναλογίστηκα ότι ήμουν ενενήντα χρονών, κι έστρεψα το κεφάλι προς το παράθυρο για να δω το χιόνι.

Και τότε κατάλαβα ότι ερχόσουν. Ήταν πρωί. Ήμουν μόνος πάνω στη Γη. Ήταν τόσο νωρίς, που τα πουλάκια ακόμα κοιμόνταν, που η νυχτερινή νοσοκόμα, η κυρία Ντικρί, έπαιρνε ακόμα τον υπνάκο της, που εσύ προσπαθούσες να φτιάξεις το ξημέρωμα. Ζοριζόσουν, αλλά επέμενες. Ο ουρανός ξεθώριαζε. Γέμιζες την ατμόσφαιρα με άσπρο, με γκρίζο, με γαλάζιο, έδιωχνες τη νύχτα, ξυπνούσες τον κόσμο. Χωρίς σταματημό. Και τότε κατάλαβα σε τι διαφέρεις απ’ όλους εμάς! είσαι ακατάβλητος! Είσαι αυτός που δεν κουράζεται ποτέ. Πάντα στη δουλειά. Και να η μέρα! Και να η νύχτα! Και να η άνοιξη! Και να ο χειμώνας! Και να η Πέγκι Μπλου! Και να ο Όσκαρ! Και να η θεία Ροζ! Τι υγεία!

Κατάλαβα ότι ήσουν εδώ· ότι μού ’λεγες το μυστικό σου! Κοίτα κάθε μέρα τον κόσμο σαν να ’ταν η πρώτη φορά.

Ε λοιπόν, την ακολούθησα τη συμβουλή σου: Σαν να ’ταν η πρώτη φορά. Κοίταζα το φως, τα χρώματα, τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα. Ένιωθα τον αέρα να περνάει μέσα απ’ τα ρουθούνια μου, να εισπνέω. Άκουγα τις φωνές που έρχονταν απ’ το διάδρομο σαν απ’ το θόλο μιας εκκλησίας. Ζούσα. Ριγούσα από χαρά. Η ευτυχία της ύπαρξης. Ήμουν μαγεμένος.

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που το ’κανες αυτό για χάρη μου. Αισθανόμουν ότι με είχες πάρει από το χέρι και με οδηγούσες στην καρδιά του μυστηρίου για ν’ αντικρίσω το μυστήριο. Ευχαριστώ.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Υ.Γ. Η σημερινή χάρη που σου ζητάω: αυτό το κόλπο με την «πρώτη φορά», μήπως μπορείς να το ξανακάνεις στους γονείς μου; Η θεία Ροζ, νομίζω ότι το ξέρει ήδη. Και μετά, αν έχεις χρόνο, και στην Πέγκι...

Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα είμαι εκατό χρονών. Όσο και η θεία Ροζ. Κοιμάμαι πολύ, αλλά αισθάνομαι καλά.

Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις. Κάθε κρετίνος μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή στα δέκα ή στα είκοσι, αλλά στα εκατό, όταν δεν μπορεί πια να κουνηθεί, πρέπει να χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του.

Δεν ξέρω αν τους έπεισα.

Κάν’ τους μια επίσκεψη. Άρχισες μια δουλειά;

Τέλειωσε την. Εγώ είμαι λίγο κουρασμένος.

Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.

Αγαπητέ Θεέ,

Εκατόν δέκα. Πολύ δεν είναι; Νομίζω πως αρχίζω να πεθαίνω.

Όσκαρ.

Αγαπητέ Θεέ,

Το αγοράκι πέθανε.

Θα συνεχίσω να είμαι μια ροζ κυρία, αλλά δε θα ξαναείμαι ποτέ θεία Ροζ. Θεία Ροζ ήμουν μόνο για τον Όσκαρ.

Ξεψύχησε σήμερα το πρωί, τη μισή ώρα που οι γονείς του κι εγώ είχαμε πάει για να πιούμε έναν καφέ. Το ’κανε όταν λείπαμε. Νομίζω ότι περίμενε τη συγκεκριμένη στιγμή για να μας απαλλάξει. Σαν να ’θελε να μάς προστατέψει από το να τον δούμε, να φεύγει. Βλέπεις, τελικά εκείνος πρόσεχε εμάς.

Η καρδιά μου είναι βαριά, σφιγμένη. Ο Όσκαρ μένει στην καρδιά μου και δεν μπορώ να τον διώξω. Πρέπει να κρατηθώ και να μην κλάψω ως το βράδυ, γιατί ο πόνος μου δε συγκρίνεται με τον αξεπέραστο των γονιών του.

Σ’ ευχαριστώ που μού γνώρισες τον Όσκαρ. Χάρη στον Όσκαρ έλεγα αστεία, έφτιαχνα ιστορίες, γινόμουν ακόμα και παλαίστρια. Χάρη στον Όσκαρ γέλασα και γνώρισα τη χαρά. Με βοήθησε να πιστέψω σε σένα. Είμαι γεμάτη αγάπη, φλέγομαι από αγάπη, μου ’δωσε τόσο πολλή, που θα έχω για όλη μου τη ζωή.

Τα ξαναλέμε σύντομα,
Θεία Ροζ.

Υ. Γ. Τις τρεις τελευταίες μέρες, ο Όσκαρ είχε βάλει μια καρτέλα πάνω στο κομοδίνο του. Νομίζω ότι σε αφορά. Είχε γράψει: «Μονάχα ο Θεός έχει το δικαίωμα να με ξυπνήσει».



Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Τίτλος πρωτοτύπου: &#201;ric-Emmanuel Schmitt - Oscar et la Dame Rose

NightWish
29-10-09, 21:46
"Η αγάπη είναι πάντα καινούργια.. Δεν έχει σημασία αν αγαπάς μια, δυο, τρεις, δέκα φορές στη ζωή σου..

βρίσκεσαι πάντα μπροστά σε μια άγνωστη κατάσταση...

Η αγάπη μπορεί να μας οδηγήσει στην κόλαση ή στον παράδεισο, αλλά μας οδηγεί κάπου..

Πρέπει να τη δεχόμαστε, γιατί τρέφεται από την ύπαρξή μας..

Αν την αποφεύγουμε, πεθαίνουμε από πείνα, ενώ έχουμε κάτω από τα μάτια μας κλαδιά φορτωμάνε από τους καρπούς της ζωής

χωρίς να τολμάμε ν' απλώνουμε το χέρι να τα μαζέψουμε...

Πρέπει να πάμε ν' αναζητήσουμε την αγάπη όπου κι αν βρίσκεται, έστω κι αν αυτό σημαίνει ώρες, βδομάδες απογοήτευσης και λύπης...

Γιατί, από τη στιγμή που θα κινήσουμε προς αναζήτηση της αγάπης, θα ξεκινήσει κι αυτή να μας συναντήσει..

Και θα μας σώσει..."

http://calc.m0hi1.com/static/love_t.jpg

Paulo Coelho

NightWish
29-10-09, 21:49
"Ξέρω πως ο έρωτας είναι σαν τα φράγματα. Αν αφεθεί μια χαραμάδα απ' όπου μπορεί να διαφύγει μια κλωστή νερό,

σιγά σιγά διαβρώνονται τα τοιχώματα και φτάνει στιγμή που η δύναμη του ρεύματος είναι ανεξέλεγκτη.

Αν καταρρεύσουν τα τοιχώματα ο έρωτας τα κατακλύζει όλα δε μπορείς πια να αναρωτιέσαι τι είναι και τι δεν είναι δυνατό,

αν μπορείς ή όχι να κρατήσεις πλάι σου το αγαπημένο πλάσμα...

Το ν' αγαπάς σημαίνει πως έχεις χάσει τον έλεγχο..."

http://pics.homere.jmsp.net/t_15/64x64/loveuredrose_115_412586.jpg


Paulo Coelho

xenos@
29-10-09, 21:57
Κυριάρχησες έξαφνα στη σκέψη μου.
Τα μάτια σου,
δυο φωτεινοί κύκλοι,
γυροφέρνουν στη μνήμη μου.
Το πρόσωπο σου,
διαπερνά από άκρη σε άκρη,
τα όνειρα μου.
Κάθε που ακούω να μιλούν γι' αγάπη
σε σκέφτομαι.
Εσένα,
που ακόμα το χέρι μου δεν έχει αγγίξει τρυφερά τα μαλλιά σου.
Εσένα,
που ακόμα η σκέψη μου δεν έχει αγγίξει ερωτικά το κορμί σου.
Σπρωγμένοι από χίλιες δυνάμεις,
αιωρούμαστε πάνω από την άβυσσο.

Δαλακογλου Θοδωρης

xenos@
29-10-09, 22:13
Για να ζησεις χρειαζεται θαρρος. Τοσο ο ανεπαφος σπορος, οσο κι εκεινος που σπαει το περιβλημα του εχουν τις ιδιες ιδιοτητες. Ομως, μονο εκεινος που θα σπασει το περιβλημα θα ειναι ικανος να μπει στην περιπετεια της ζωης.

Τουτη η περιπετεια περικλειει μια και μοναδικη αξια: να ανακαλυψουμε οτι δεν μπορουμε να ζουμε μονο απο τις εμπειριες των αλλων και γι' αυτο να ειμαστε παντα διατεθειμενοι να της παραδοθουμε. Ειναι αδυνατο να δανειστεις τα ματια του ενος, τ' αυτια του αλλου, ωστε να ξερεις το τι θα συμβει. Καθε υπαρξη ειναι διαφορετικη, εχει και τη δικη της ξεχωριστη ιδιαιτεροτητα.

Ο,τι και να με περιμενει, επιθυμω να εχω την καρδια ανοιχτη, ετοιμη να δεχτει το οτιδηποτε. Να μη φοβαμαι ν' ακουμπησω το χερι μου στον ωμο καποιου, μεχρι να κοπει. Να μη φοβαμαι να κανω κατι που εκανε καποιος πριν απο μενα, μεχρι να πληγωθω. Ασε να ειμαι ανοητος σημερα, αφου τουτο το πρωι μονο ανοησιες μπορω να δωσω. Πιθανον να το μετανιωσω, αλλα δεν εχει σημασια. Αυριο ποιος ξερει, μπορει να ειμαι λιγοτερο ανοητος...
Kahlil Gibran

-Χάρης-
29-10-09, 23:20
Ο Αντώνης, ο βαρκάρης, ο σερέτης
έπαψε να ζει ρεμπέτης
θέλει πλούτη και παλάτια
και της Κάρμεν τα δυο μάτια

Επαράτησε τη βάρκα στο λιμάνι
κάτω στο Πασαλιμάνι
τραγουδάει κι όλο πίνει
ταυρομάχος πάει να γίνει

Μα ο άκαρδος ο ταύρος τον σκοτώνει
και στη γη τονε ξαπλώνει
σαν τον βλέπει η Κάρμεν κλαίει
πάει κοντά του και του λέει

Αχ Αντώνη μου, βαρκάρη μου, σερέτη
τώρα μένω νέτη-σκέτη
μες στον κόσμο η καημένη
χήρα παραπονεμένη

Katerina®
29-10-09, 23:21
Το πεπρωμένο, σαν την σκιά της φοινικιάς,
προηγείται παντού είναι ο δρόμος σου και το αχνάρι των βημάτων σου
όπου κι αν πας σε κυκλώνει καθρέφτης βαλμένος πάνω στην άμμο της σκέψης σου.....
'' Αλκυόνη Παπαδάκη''

Katerina®
29-10-09, 23:25
Τα κύματα σε οδηγούν εκεί που θέλουν να σε ξεβράσουν.
Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό της.
Κάποιοι όμως είναι τυχεροί.
Στ' άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους.
Κάποιοι.........Δεν θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου............


"Αλκυόνη Παπαδάκη"

-Χάρης-
29-10-09, 23:25
Ο βασιλιάς και το αλάτι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που
είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και
ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος.
Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.

Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε
με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.

Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε
σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.

Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.
Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.
Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.
Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.
Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.

Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του
πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό
δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει.
Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι.

Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε:
"Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;".

Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε.

Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του

και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

Katerina®
29-10-09, 23:32
Θυμάμαι τη μαγική μου στιγμή,
αυτή τη στιγμή που ένα "ναι" ή ένα "όχι"
μπορεί ν' αλλάξει όλη μας την ύπαρξη...
Paulo Coelho

Katerina®
29-10-09, 23:39
"Γράψτε ότι έχετε στην καρδιά σας.
Βγάλτε ό,τι έχετε στην ψυχή σας,
γράψτε τα στο χαρτί και ύστερα πετάξτε τα.
Ο θρύλος λέει πως ο ποταμός Πιέδρα
είναι τόσο κρύος που ό,τι πέφτει μέσα
φύλλα, έντομα, φτερά πουλιών μεταβάλλεται σε πέτρα.
Ίσως είναι καλή ιδέα ν'αφήσετε τον πόνο σας
μέσα στα νερά...."

Paulo Coelho

Katerina®
29-10-09, 23:43
Είναι Άνοιξη! Απόβραδο.
Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα.
Δεν αντέχει η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά!!!

Αλκυόνη Παπαδάκη

Katerina®
29-10-09, 23:45
Εγώ που..... μια ζωή έτρωγα σφαλιάρες
και τις εισέπραττα ως χάδια.......
Καλά τα πάθαινα τελικά!!!!

Αλκυόνη Παπαδάκη

Katerina®
29-10-09, 23:51
Δεν εγκαταλείπεις κάποιον που έχει πέσει καταγής.
Φροντίζεις να του δώσεις χέρι για να σηκωθεί.


Ξεχνούσα όμως κάτι πολύ βασικό.
Πως δεν φτάνει μόνο να τον αγαπάς
εσύ αυτόν τον άνθρωπο τον πεσμένο καταγής.
Πρέπει κι αυτός να σ' αγαπάει.
Έστω και λιγότερο. Αλλά πρέπει!!!

Αλκυόνη Παπαδάκη

Katerina®
30-10-09, 00:00
Αν είναι να πέσω ας πέσω
τουλάχιστον από πολύ ψηλά!!!
Paulo Coelho

Katerina®
30-10-09, 00:03
Τι παλιόκαιρος σήμερα.Βρέχει από το πρωί.
Δεν ξέρω γιατί αλλά η νοσταλγία έχει
το άρωμα της βροχής............
Paulo Coelho

Katerina®
30-10-09, 00:07
Μήπως η χλιδή της αγάπης,
η γλυκιά αίσθηση της σιγουριάς
κουφαίνει λίγο την ψυχή:
Λέω εγώ τώρα μήπως.....

Αλκυόνη Παπαδάκη

nefeli_08
30-10-09, 07:19
Mια φορά κι ένα καιρό

Mια φορά κι ένα καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ηθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Οταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μιά λαμπρή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει:
- «Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»
- «Οχι, δεν μπορώ» απάντησε ο πλούτος. Εχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
- «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
- «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιo πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
- «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου»
- «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ηταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
- «Αγάπη, έλα προς εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Ηταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε ρώτησε τη Γνώση:
- «Γνώση, ποιός με βοήθησε;»
- «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
- «Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
- <<Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη...>

GERI H
30-10-09, 08:31
Μενελαος Λουντεμης

Ἐρωτικὸ κάλεσμα

Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.



Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

NightWish
30-10-09, 09:17
Ίσως η απουσια σου ειναι παρουσία, χωρις εσυ να εισαι,

χωρις εσυ να κοψεις το μεσημερι

σαν ενα γαλαζιο λουλουδι, χωρις εσυ να περπατας

πιο αργα αναμεσα στην ομιχλη και στους πλινθους

χωρις εκεινο το φως που κρατας στο χερι

που ισως αλλοι δεν θα δουν να χρυσιζει,

που ισως κανεις δεν εμα8ε οτι βλασταινει

σαν την κοκκκινη καταγωγη του τριανταφυλλου,

χωρις εσυ να εισαι, επιτελους, χωρις να ερ8εις

αποτομα, ερεθιστικa, να γνωρισεις τη ζωη μου,

καταιγιδα απο ροδωνα, σιταρι του ανεμου

και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

http://profile.ak.fbcdn.net/object3/978/109/q77525024538_8949.jpg

P. Nerouda

NightWish
30-10-09, 09:25
Tότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
Και με φωνή μεγάλη είπε:
Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: "Ο Θεός είναι στην καρδιά μου", αλλά μάλλον "Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού".
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.




http://i.mycommentspace.com/108/10819.gif

απόσπασμα απο το βιβλίο
''Ο Προφήτης
Ο κήπος του Προφήτη''
ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝΤ

NightWish
30-10-09, 09:27
...Και σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά ήρθε κι ο πόλεμος με άλλες τρεις θυγατέρες σε ώρα γάμου.. Βέβαια αυτές ήταν πολύ νεότερες, γιατί ανάμεσα στην Ασπασία και σε κείνες γεννήθηκαν τα τρία της παλικάρια... Και ποιος θα ξαγρύπναγε...

...Και σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά ήρθε κι ο πόλεμος με άλλες τρεις θυγατέρες σε ώρα γάμου.

Βέβαια αυτές ήταν πολύ νεότερες, γιατί ανάμεσα στην Ασπασία και σε κείνες γεννήθηκαν τα τρία της παλλικάρια. Και ποιος θα ξαγρύπναγε τώρα τους γιους στο μέτωπο; Αλλά η τελευταία δοκιμασία κράτησε σχετικά λίγο, γιατί το μέτωπο κατέρρευσε. Μονομιάς γέμισε το χωριό σκουροπράσινες ατσαλάκωτες στολές και γυαλιστερές μαύρες μπότες. Οι οικογενειάρχες πανικόβλητοι κλείσανε γρήγορα τα μαγαζιά τους και τρέξανε να προστατέψουν τα γυναικόπαιδά τους. Αμπάρωσαν πόρτες και παράθυρα κι άρχισαν να μιλούν όλοι ψυθιριστά, στήνοντας αυτί σε κάθε θόρυβο. Τίποτα ωστόσο δε συνέβη και τη δεύτερη μέρα βγήκαν όλοι επιφυλακτική στις αυλόπορτες. Οι γείτονες χαιρετίστηκαν συνθηματικά με βουβά νοήματα, όταν έφτασε λαχανιασμένος ο κουρελής θεληματάρης του χωριού και τους πληροφόρησε πως οι στρατιώτες που ήρθαν δεν ήταν Γερμανοί αλλά Ιταλοί. Και πως ζήτησαν ξενοδοχείο, αλλά μια και τέτοιο πράμα δεν είχαν, στρατοπέδευσαν στο κτίριο του Γηροκομείου που το κατοικούσαν τέσσερις γέροντες όλοι κι όλοι.


Με τον καιρό οι ντόπιοι τούς συνήθισαν, χωρίς να ομολογούν ότι κρυφά τους συμπαθούσαν κιόλας. Κι έγιναν ακόμη συμπαθέστεροι όταν ύστερα απο δύο χρόνια άρχισε το άγριο κυνηγητό των Ιταλών.

Η Ερατώ που συμπλήρωνε τα δεκαπέντε έβαζε τα κλάματα όταν έμενε με τη μάνα της.

"Ωραία! από τη μια οι Γερμανοί, από την άλλη η Ασπασία μας, εγώ δηλαδή δεν έχω καμιά ελπιδα να σπουδάσω ούτε και να παντρευτώ."

"Η Ασπασία, παιδί μου, είχε μια μεγάλη ατυχία. Ήταν σχεδόν αρραβωνιασμένη πριν αρχίσει ο πόλεμος, μ' έναν καλό κύριο, αξιωματικό, συνάδελφο του μεγάλου αδερφού. Εμείς αναβάλαμε τον επίσημο αρραβώνα, γιατί θέλαμε να πείσουμε τον μπαμπά σου να της δώσει προίκα".

"Που να τη βρει;"

"Μα έχουμε, Χιόνα μου, πολλά χρήματα. Αλλά εκείνος τον ξέρεις τι τσιγκούνης είναι, ούτε να τ' ακούσει, και κυρήχτηκε ο πόλεμος..."

"Ποιος τον κύρηξε;"

"Οι Ιταλοί. Της έγραψε της άμοιρης από το μέτωπο όλο κι όλο ένα γράμμα."

"Κι ύστερα την ξέχασε;"

"Σκοτώθηκε από τους πρώτους εκεί πάνω."

"Την αγαπούσε δαλαδή στ' αλήθεια;"

"Ναι, βέβαια.."

"Και τι κάνουν οι άνθρωποι που αγαπιούνται;"

"Ε, είναι ευτυχισμένοι".

"Και ήταν αυτός ευτυχισμένος με την Ασπασία μας; Αδύνατον! Εγώ τη φοβάμαι".

"Πρέπει να την αγαπάς, Ερατώ, και να την λυπάσαι".

http://cache.hyves-static.net/images/smilies/default/smiley_waiting.gif


Λιλή Ζωγράφου

NightWish
30-10-09, 09:29
«Μίλησε μας για την αγάπη..
Ακολουθήστε την αγάπη όταν σας καλέσει,
Όσο σκληροί και παράλογοι και αν είναι οι δρόμοι της.
Και παραδοθείτε στο αγκάλιασμα της όταν σας περιβάλλουν τα φτερά της,
Έστω και αν πληγωθείτε από το σπαθί που κρύβει στα ακρόπτερα της.
Και πιστέψτε την όταν σας μιλήσει,
Έστω και αν η φωνή της έχει τη δύναμη να θρυμματίσει τα όνειρα σας σα βόρειος άνεμος που ερημώνει κήπο ...;.
Αν , όμως, μες στο φόβο σας, εσείς αναζητήστε μόνο την ειρήνη και την απόλαυση της αγάπης,
Τότε είναι καλύτερο για σας να καλύψετε τη γυμνότητα σας και να φύγετε από το αλώνι της αγάπης ...;
Η αγάπη δε δίνει παρά τον εαυτό της και παίρνει μόνο από τον εαυτό της.
Η αγάπη δεν κατέχει ούτε γίνεται κτήμα.
Διότι η αγάπη αρκείται στη αγάπη ...;
Και μην πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης,
Διότι η αγάπη θα δώσει τη δική της κατεύθυνση στην πορεία σου, αν σε κρίνει άξιο.
Μόνη επιθυμία της αγάπης είναι να εκπληρωθεί...»

http://www.farsinet.com/images/hearta.gif


Ο προφήτης - Χ.Γκιμπράν

nefeli_08
30-10-09, 09:31
Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα
ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.
Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε
είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο.

Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα
Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη
Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα
όσους μας αγαπούν περισσότερο.

Παρακαλώ σημειώστε ότι αν και δεν φαίνονται τα κουμπιά προσθήκης emoticon και φατσούλες μπορείτε πάντα να τα χρησιμοποιείτε

Ella Wheeler Wilcox.

NightWish
30-10-09, 09:43
"Γιατί η ζήλια δεν είναι ένα πραγματικό ερωτικό συναίσθημα,

παρά μονάχα η σεξουαλική έκφραση

της διεκδίκησης της ατομικής ιδιοκτήσιας και ο

φόβος μπροστά στο ενδεχόμενο της απώλειας της..."

http://gfx.tarot.com/images/feeds/40x40/vedic_love-40x40.jpg

Λιλή Ζωγράφου

pantos
30-10-09, 09:59
Το Δίκιο βασιλεύει ή το Άδικο;
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό δύο αδελφοί που τσακώνονταν ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο. Το δίκιο, έλεγε ο μικρός, το άδικο, έλεγε ο μεγάλος, και κάποια στιγμή ο μικρός εκνευρίστηκε κι είπε στον μεγάλο:
«Ξέρεις κάτι; Θα βάλουμε στοίχημα και θα κρίνει ο δεσπότης, κι αν κυβερνάει το δίκιο θα σου βγάλω τα μάτια, αν κυβερνάει το άδικο θα μου βγάλεις εσύ τα μάτια».
Ο μεγάλος δέχτηκε και ξεκίνησαν να ρωτήσουν το δεσπότη.
Στο δρόμο αντάμωσαν ένα γέρο και του είπαν:
«Άκου, παππούλη, θέλουμε να σε ρωτήσουμε κάτι»
κι αυτός αποκρίθηκε:
«Αν με ρωτήσετε, θα σας απαντήσω».
Τον ρώτησαν λοιπόν:
«Ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο»
κι ο γέρος απάντησε:
«Το άδικο, παλικάρια μου»
«Τ' ακούς, μικρέ;» είπε τότε ο μεγάλος αδελφός, «έλα τώρα να σου βγάλω τα μάτι». Αλλά ο μικρός απάντησε:
«Η συμφωνία μας ήταν ν' αποφασίσει ο δεσπότης, όχι αυτός ο γέρος».
Συνέχισαν λοιπόν το δρόμο τους ώσπου αντάμωσαν έναν καλόγερο και του είπαν: «Άγιε πατέρα, θέλουμε να σε ρωτήσουμε κάτι», κι αυτός αποκρίθηκε:
«Αν με ρωτήσετε θα σας απαντήσω».
Τον ρώτησαν λοιπόν:
«Πες μας, ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο»
κι αυτός απάντησε:
«Το άδικο».
Φώναξε τότε ο μεγάλος αδελφός.
«Τ' ακούς, μικρέ; Έλα τώρα να σου βγάλω τα μάτια»
Αλλά ο μικρός του αντιγύρισε: «Θα κρίνει ο δεσπότης και κανένας άλλος».
Έφτασαν τέλος στο δεσπότη, τον προσκύνησαν και τον ρώτησαν:
«Ποιος κυβερνάει τον κόσμο, Δέσποτα; Το δίκιο ή το άδικο», κι ο δεσπότης απάντησε:
«Το άδικο». Είπε τότε ο μεγάλος αδελφός στον μικρό:
«Κάτσε τώρα να σου βγάλω τα μάτια», κι ο μικρός αποκρίθηκε:
«Πάμε ως εκείνο το πηγάδι, να κάτσω εκεί και να ζητιανεύω ψωμί απ' τους περαστικούς, για να μην πεθάνω απ' την πείνα.
Πήγαν λοιπόν μαζί στο πηγάδι, που το ίσκιωνε ένας μεγάλος πλάτανος, κι εκεί ο μεγάλος αδελφός έβγαλε τα μάτια του μικρού κι έφυγε.
Ο μικρός αδελφός αφού κάθισε εκεί κάμποση ώρα, πείνασε πολύ κι είπε μέσα του: «Πριν πεθάνω απ' την πείνα, καλύτερα να σκαρφαλώσω στο δέντρο και να φάω φύλλα».
Καθώς λοιπόν καθόταν πάνω στο δέντρο κι έτρωγε τα φύλα του, νύχτωσε και μαζεύτηκαν από κάτω βελζεβούληδες, κι ο γεροντότερος απ' αυτούς ρώτησε τον νεότερο:
«Τι έκανες σήμερα;»
«Διαόλισα δυο αδελφούς, που ο ένας έλεγε πως βασιλεύει το άδικο κι ο άλλος το δίκιο, και χόλιασα τον μεγάλο τόσο πολύ που έβγαλε τα μάτια του μικρού».
Τότε ο γερο-διάβολος ρώτησε τον δεύτερο διάβολο:
«Κι εσύ τι έκανες;»
Αυτός απάντησε: «Εγώ διαόλισα δυο άλλους αδελφούς, που πρώτα ζούσαν μονοιασμένοι, κι άρχισαν να τσακώνονται για ένα κλήμα που ανήκει και στους δύο. Τους πήρα το τσαπί για να μην μπορούν να κόψουν το κλήμα, κι ελπίζω αύριο να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο».
Τότε ο γεροδιάβολος ρώτησε τον τρίτο διάβολο τι είχε καταφέρει, κι αυτός απάντησε: «Αναποδογύρισα το παιδί στην κοιλιά της βασίλισσας, για να μην μπορεί η βασίλισσα να γεννήσει και να πεθάνει».
Ήρθε τότε η σειρά του τέταρτου διάβολου, που ήταν κουτσός, κι όταν ο αρχιδιάβολος τον ρώτησε τι είχε κάνει, αυτός απάντησε:
«Δεν έκανα τίποτα».
Τον άρπαξαν τότε οι άλλοι και τον έδειραν κι αυτός θύμωσε τόσο πολύ που φώναξε: «Μακάρι να έρθει εδώ ο άνθρωπος που έχασε το φως του και να πάρει απ' αυτή τη στάχτη, να την ανακατέψει με το νερό του πηγαδιού και ν' αλείψει τα μάτι του , για να ξαναβρεί το φως του. Μακάρι να έρθουν εδώ οι αδελφοί και να πάρουν το τσαπί για να ξεριζώσουν το κλήμα. Μακάρι να έρθει εδώ η βασίλισσα και να πιει απ' αυτό το νερό, για να ξεγεννήσει και να μείνει ζωντανή».
Λάλησε τότε ο άσπρος πετεινός κι αμέσως οι διαβόλοι τα μάζεψαν για να φύγουν, λάλησε έπειτα ο μαύρος πετεινός και σκόρπισαν, και στο μεταξύ πήρε να χαράζει.
Ο τυφλός κατέβηκε τότε απ' τον πλάτανο, έψαξε να βρει τη στάχτη, άλειψε τα μάτι μ' αυτή και με το νερό του πηγαδιού και ξαναβρήκε το φως του. Γέμισε έπειτα με νερό τη νεροκολοκύθα του, πήρε μαζί του την τσάπα που είχαν αφήσει εκεί οι διαβόλοι, πήγε στο κλήμα, που έκανε του ς δυο αδελφούς να τσακώνονται, και το ξερίζωσε. Έπειτα πήγε στους δυο αδελφούς και τους ρώτησε για ποιο πράγμα μάλωναν. Αυτοί του απάντησαν:
«Έχουμε ένα κλήμα που ανήκει και στους δυο μας και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στη μοιρασιά του.
Τότε αυτός είπε: «Το κλήμα ξεριζώθηκε», και τα δυο αδέλφια φώναξαν με μια φωνή:
«ο Θεός να στ' ανταποδώσει!», κι από τότε άρχισαν να ζουν πάλι μονοιασμένοι.
Από εκεί ο μικρός αδελφός πήγε στη βασίλισσα και χτύπησε την πόρτα της. Οι υπηρέτες του βασιλιά δεν ήθελαν να τον αφήσουν να μπει, αυτός όμως επέμενε πως έπρεπε να μιλήσει στη βασίλισσα, κι εκεί που λογόφερνε με τους υπηρέτες ο βασιλιάς άκουσε το θόρυβο και πρόσταξε να τον αφήσουν να μπει. Σαν του έφεραν το ζητιάνο, τον ρώτησε:
«Μήπως ξέρεις κανένα γιατρικό για τη βασίλισσα», κι αυτός αποκρίθηκε:
«Ναι, ξέρω ένα και το έχω μαζί μου, και το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ποτήρι νερό».
Του έφεραν τότε ένα ποτήρι νερό, αυτό έχυσε το μισό νερό κι έριξε μέσα το νερό του πηγαδιού, που είχε μαζί του, και μόλις η βασίλισσα ήπιε το νερό έγινε καλά και γέννησε ένα αγόρι.
Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ που φόρτωσε το γιατρό με πολύτιμα δώρα και του είπε να του ζητήσει μια χάρη. Αυτός απάντησε:
«Ο τόπος μου δεν είναι παρά ένα χωριουδάκι. Θέλω να τον κάνεις ένα μεγάλο χωριό και να μου χτίσεις εκεί ένα αρχοντικό σπίτι».
Τότε ο βασιλιάς του έδωσε τόσα χρυσά φλουριά όσα μπορούσε να κουβαλήσει ένα άλογο και του είπε:
«Πάρε αυτά τα λεφτά και χτίσε το χωριό και το σπίτι σου όπως τα θέλεις».
Έπειτα από λίγο καιρό, ο μεγάλος αδελφός γύρισε σπίτι του και ρώτησε τη γυναίκα του.
«Σε ποιόν ανήκουν όλ' αυτά τα καινούργια σπίτια;»,
κι αυτή του απάντησε: «Δεν ανήκουν σε κανέναν άλλο απ' τον αδελφό σου». Φώναξε τότε αυτός:
«Δεν είναι δυνατό, αφού του έβγαλα τα μάτια», κι έτρεξε να βεβαιωθεί μόνος του. Ο αδελφός του τον υποδέχτηκε πολύ φιλικά, τον έβαλε να καθίσει στην τιμητική θέση και του πρόσφερε καφέ και γλυκά.
Ρώτησε τότε ο μεγάλος:
«Για πες μου, πώς κατάφερες να ξαναβρείς το φως σου και να κερδίσεις τόσα λεφτά;».
Ο μικρός αδελφός απάντησε τότε:
«Πάντα σου το 'λεγα πως το δίκιο κυβερνάει τον κόσμο, ενώ εσύ επέμενες πως κυβερνάει το άδικο».
Και πριν αποσώσει τα λόγια του, ο αδελφός του σωριάστηκε στο πάτωμα νεκρός.

NightWish
30-10-09, 10:03
Πήρα το δρόμο που όπως μου 'παν, έβγαζε στην ανοιξη.
Εύκολο ήταν εξάλλου, σαν πονηρός Θησέας που μάζεψε
το μίτο της Αριάδνης, ακολούθησα το βόμβο από ένα
σμάρι διψασμένες μέλισσες που πήγαιναν προς τα εκεί,
να βρουν νερό να τρυγήσουν το νέκταρ των ανθών
κι ακόμη, να γονιμοποιήσουν την τελευταία νεαρή κερασιά
που εκεί είχε απομείνει.
Φτάνοντας, μια ηλιαχτίδα που χάιδεψε το κορμί
και μια νότα που δραπέτευσε (παρά τη θέλησή σου)
απ' την άρπα που έπαιζες (είχες φτάσει πριν από μένα)
μου χάιδεψε την ψυχή.
Καλημέρα! σου είπα, περιμένοντας απόκριση.
Και συ σαν μ' ειδες, έσπασες με μανία τις χορδές
της άρπας σου μια-μια, αφήνοντας την τελευταία
και μεγαλύτερη, όχι για να παίξεις μονότονη μουσική
μα να την κάνεις τόξο.. να ρίξεις την σαίτα
που 'χες φυλαγμένη στη φαρέτρα σου
κατ' ευθείαν στην ψυχή μου - τα κατάφερες..
Κι όμως σ' ευχαριστώ!...
...για την λύτρωση..

http://homepage.mac.com/bradster/iarchitect/images/papers.gif

από το βιβλίο "Όταν.. η ψυχή αδειάζει"
του Στέλιο Ν.Γαστεράτο

The_Watcher*
30-10-09, 10:40
Εσύ , ως εναλλακτικό αναγκαίον
βάλε απλώς το χέρι σου στον ώμο μου
με φυσικότητα, εργατικά να ‘ναι ντυμένο
σαν τεχνίτης

τάχα ότι επισκευάζει μια παράλειψη παλιά
να γίνει σαν καινούργια σου παράγγειλε
ο φιλοπαίγμων μύθος”

(Κική Δημουλά)

NightWish
30-10-09, 10:51
Μερικές στιγμές στη ζωή μας είναι τόσο γεμάτες, πρησμένες από συναισθήματα,

η απόλαυση που νιώθεις είναι τόση, ώστε να νομίζεις ότι δεν τις ζεις αρκετά.

Και την εντύπωση αυτή την έχεις και κατά τη διάρκεια τους, αλλά και μετά, αφού έχουν περάσει.

Συνήθως τέτοιες είναι οι στιγμές που κρύβουν μέσα τους το φόβο ότι ο χρόνος που έχεις στη διάθεση σου δεν είναι αρκετός.

Πως θα τελειώσουν όλα γρήγορα και δεν πρόκειται να επαναληφθουν ποτέ.

Ο χρόνος τρέχει, τρέχει ασταμάτητα,

παντελώς αδιάφορος για τα ανθρώπινα σημάδια, τους αριθμούς.

Ακόμα και ρολόι να φοράς δεν θα μπορέσεις ποτέ να ανακαλύψεις κάποιο σημάδι που να αποδειχνει ότι μπορείς να τον επηρεάσεις.(...)

Δεν υπάρχει εσωτερικός μετρητής του χρόνου κι αν δεν έχεις κάποιο εξωτερικό όργανο που να σε βοηθάει, χάνεται, καμία φορά κατά πολύ, η ακρίβεια.

Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου, στο πρόσωπο μου πέφτουν αμέτρητες χρυσές σταγόνες. Βρέχει φως ..

http://1.bp.blogspot.com/_Sso_-a95ckQ/Sa2ffn5L02I/AAAAAAAAARs/WpEZmKbT8UI/S45/RA100092%255B1%255D%255B1%255D.jpg



αποσπάσματα απο το βιβλιο του Κωστη Γκιμοσούλη
Βρέχει φως

NightWish
30-10-09, 11:28
Σε τι συρτάρι να κλείσεις τον άνεμο που να ακούγεται και το βουητό του;

Το τιτίβισμα του πουλιού πως ζωγραφίζεται;

Και το βότσαλο που βγάζω από το γυαλό, πόσο είναι το ίδιο βότσαλο που κοίταζα στον βυθό να λαμπυρίζει;

Κακέκτυπα της ζωής είναι τα έργα μας, και τα πιο επιτυχημένα...

Και η χειρότερη στιγμή που ζούμε είναι αξιότερη απ' την καλήτερη στιγμή που περιγράφουμε....

http://img.brothersoft.com/icon/softimage/l/lonely_tree_for_mac_os_x-222175-1237441266.jpeg

Μ. Βαμβουνάκη - Η μοναξιά είναι από χώμα

NightWish
30-10-09, 11:32
Ο έρωτας δεν βρίσκεται στον άλλο...

είναι μέσα σε μας τους ίδιους...

Εμείς τον ξυπνάμε,

αλλά για να τον ξυπνήσουμε χρειαζόμαστε τον άλλο...

http://z.hubpages.com/u/417651_50.jpg

Paulo Coelho

AsTeRaKi *
30-10-09, 12:46
Όταν ο αέρας θα σου χαϊδέψει απαλά τα μαλλιά
Μη γυρίσεις να δεις ποιος είναι...Είναι η ανάσα της ψυχής μου που εσένα αναζητά
Όταν ακούσεις λόγια ψιθυριστά και τρυφερά
Μη κοιτάξεις πίσω σου να δεις ποιος είναι...
Είναι η φωνή της καρδιάς μου που σου γλυκομιλά.
Αν νοιώσεις στα χείλη σου μια γεύση ονειρεμένη
Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις από τι είναι...
Είναι η σκέψη μου για σένα να είσαι ευτυχισμένος
Όταν τη νύχτα ένα φως πλημμυρίσει πάνω από τη γη
Μην κοιτάξεις το φεγγάρι να βρεις που είναι...
Είναι η λάμψη της ζωής μου αφού στο κόσμο υπάρχεις.... Eσύ!!

NightWish
30-10-09, 13:00
θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων

να σου φέγγουν τον ύπνο σου...


Θέλω να σου φέρω ένα περιβολάκι

ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη

πάνω στο φτερό της πεταλούδας

να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου..


Θέλω να σου φέρω

ένα σταυρουλάκι αυγινό φως

δυο αχτίνες σταυρωτές από τους στίχους μου

να σου ξορκίζουν το κακό

να σου φωτάνε μη σκοντάψεις...

http://img.widgetbox.com/thumbs/52e9b688-cf13-447c-ae11-503f20be3630.jpg


Γ. Ρίτσος

NightWish
30-10-09, 13:18
«Άραγε να 'ναι εκείνο το αεροπλάνο; » αναρωτήθηκε η Νεφέλη και το μυαλό της ταξίδεψε πάλι δέκα χρόνια πίσω.
Μπορεί και να 'ναι, σκέφτηκε.
Πάντα στα αεροπλάνα σμίγουν άνθρωποι και αεροπλάνα από τα περασμένα.»

Τον σημάδεψε με λαμπερά , μεθυσμένα μάτια:
Ήταν μια κοπέλα που γνώρισα κάπου. Μου είπε "Όταν κάνω ένεση, είναι σαν να ταξιδεύω". Αυτή η φράση μου δώσε την ιδέα.
Ξαναγέμισε το ποτήρι της:
"Εκείνο το βράδυ μπήκα στο επάγγελμα. Έβρασα μια σύριγγα, έβαλα το ίδιο φόρεμα που φορούσα και στο ταξίδι μας - θυμάσαι ποιο; Έξω ώμοι, ξέπλεκα μαλλιά -κι ύστερα στάθηκα μπρος στον καθρέφτη και είπα: "Καλό μας ταξίδι, αγάπη μου".
Του χαμογέλασε:
"Βλέπεις, το 'χα τόση ανάγκη να ταξιδέψουμε πάλι μαζί ...;"

Ο Αλέξης ρώτησε:
-Είσαι ακόμα εκεί;
-Ποτέ δεν έφυγα, του είπε.
Η Νεφέλη ξανάπε:
-Ποτέ δεν έφυγα.
-Αλήθεια;
-Ούτε ένα βράδυ.
«Αστείο δεν είναι , -ξανάπε η Νεφέλη-. Εδώ και δέκα χρόνια, κάθε βράδυ, όταν σβήνω το φως, είμαι πάντα εκεί. Στην τελευταία σειρά ενός αεροπλάνου που πετάει για τη Νέα Υόρκη.»

Ο Αλέξης ρώτησε σιγά:
-Άξιζε τον κόπο;
-Ναι.
-Να τα κλοτσήσεις όλα για πέντε λεπτά; Για κείνη την τελευταία σειρά του αεροπλάνου;
-Ναι.
-Άξιζε;
-Ναι
-Πέντε λεπτά- μία ζωή;
Η Νεφέλη ούρλιαξε:
-Ναι!
Γέμισε πάλι το ποτήρι της: -Βλέπεις δεν ήταν πέντε οποιαδήποτε λεπτά. Ήταν πέντε λεπτά εκλεκτά, απ' την πρώτη νύχτα του γάμου μας..



http://avatars.img.pathfinder.gr/A/48/10/25/aranjuez66.jpg
Απόσπασμα
Φρέντυ Γερμανός "Ένα γελαστό απόγευμα.."

NightWish
30-10-09, 13:20
Το να κατακτήσεις την ευτυχά είναι άθλος...

το να σε κατακτήσει εκείνη είναι σύμπτωση...

Η ευτυχία είναι σαν αστραπή...

Πρέπει να έχεις υπομονή για να την δεις...

πρέπει να την περιμένεις και να μη βιαστείς να φύγεις...

Όταν περάσει από μπροστά σου και τη δεις, τότε αυτό το στιγμιαίο φως της

είναι ικανό να φωτίσει όλο το μάκρος της ζωής σου...

http://3.bp.blogspot.com/_mkKDDY-2ot8/SXplk6CvRaI/AAAAAAAAAkE/zmf0MhAZiXw/S45/0639.jpg

από το οπισθόφυλλο του βιβλίου " το ραντεβού των φεγγαριών"

του Θανάση Χατζή

NightWish
30-10-09, 13:31
Αν μπορούσα, λέει... Να σου θυμίσω λίγο

τη μυρωδιά της βροχής...


Το κίτρινο φύλλο ανατρίχιασε...

Κύλησε στο χώμα κι έστειλε ένα κλεφτό φιλί
στο μάγουλο του μεσημεριού...
http://www.smiley-lol.com/smiley/saisons/automne/vil-automn.gif

από το Τετράδιο της

Αλκυόνης Παπαδάκη

Νανού
30-10-09, 13:44
Το πιο ΤΕΛΕΙΟ θρεντ της καφετεριας,πρεπει να το ομολογησω.Εντωμεταξυ ειδα οτι ποσταρατε πολυ Αλκυονη Παπαδακη,και το καταχαρηκα μιας και ειναι η αγαπημενη μου:happy:


Αρχιζω με λατρεμενο Pablo Neruda

ΜΗ ΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΥ

Μη λείψεις καν μια μέρα μακριά μου, γιατί να,
πώς να το πω, μου 'ναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω σαν στους σταθμούς εκείνους
που σε κάποια γωνιά τους πήρ' ο ύπνος τα τρένα.
Μη φύγεις καν για μια ώρα γιατί τότε
σ' αυτήν την ώρα σμίγουν οι στάλες της αγρύπνιας
κι ο καπνός που γυρεύει να 'βρει σπίτι ίσως έρθει
να σκοτώσει ως και την καρδιά μου τη χαμένη.
Μην τσακιστεί η σιλουέτα σου στην άμμο,
στην απουσία τα βλέφαρά σου μην πετάξουν:
μη φύγεις καν για ένα λεπτό, ακριβή μου,
γιατί σ'εκείνο το λεπτό θα ξεμακρύνεις τόσο
που άνω κάτω τον κόσμο θα κάνω εγώ ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θ' αφήσεις να πεθάνω.

NightWish
30-10-09, 13:46
[QUOTE=#kswtiko-nana#;13295287]Το πιο ΤΕΛΕΙΟ θρεντ της καφετεριας,πρεπει να το ομολογησω.Εντωμεταξυ ειδα οτι ποσταρατε πολυ Αλκυονη Παπαδακη,και το καταχαρηκα μιας και ειναι η αγαπημενη μου:happy:



Ξωτικούλι μου σε ευχαριστώ πολύ!!!! :kissing2:Η Αλκυόνη Παπαδάκη με εκφράζει απόλυτα!

Νανού
30-10-09, 13:46
ΣΚΥΦΤΟΣ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ-Pablo Neruda

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Εκεί αποσύρεται και φλέγεται μέσα στην πιό ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που τινάζει τα χέρια της σα ναυαγός.

Κάνω σινιάλα κόκκινα στα μάτια σου που απουσιάζουν
και κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια ενός φάρου.

Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου, γυναίκα μακρινή, δική μου
κι από το βλέμμα σου αναδύεται καμιά φορά η ακτή του τρόμου.

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα
σ' αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν όπως η ψυχή μου όταν σ' αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα στη φοράδα της τη σκοτεινή
σκορπίζοντας γαλάζια στάχυα πάνω στους αγρούς.

Από τη συλλογή "20 Poemas de amor y una cancion deseperada"
σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη
στο "Πάμπλο Νερούδα - Ποιήματα"

NightWish
30-10-09, 13:49
Αγάπη είναι όλα εκείνα τα αισθήματα
που σε κάνουν να θες να πηδήσεις από το κρεβάτι...
Αγάπη είναι αυτή η διάθεση να θες να γελάσεις
όταν κάποιος τρυφερά σε γαργαλάει...
Αγάπη είναι αυτό το τρυφερό που νιώθεις
όταν σφιχταγκαλιάζεις τη μαμά...
Αγάπη είναι να τρέξεις έξω το πρωί
και να ελπίζεις πως η μέρα ποτέ δεν θα τελειώσει
κι Αγάπη είναι ακόμα η χαρά που έχεις όταν μαζεύεστε
όλοι μαζί οι φίλοι και ξεκινάτε για μια νέα περιπέτεια..
Αγάπη είναι αυτό το φτερούγισμα που νιώθεις
όταν μια πεταλούδα γαργαλάει τα δάχτυλα σου...
Αγάπη και το ουράνιο τόξο που σκίζει στα δύο τον ουρανό
όταν ο ήλιος αρχίζει και πάλι να λάμπει...
Αγάπη είναι το να μη θες να σταματάς να λες
όλα όσα έζησες μέσα στη μέρα που έχει περάσει...
Κι αγάπη είναι όταν κάποιος με προσοχή ακούει
ότι εσύ έχεις μέσα σου και θες να του το περιγράψεις...
Αγάπη είναι όταν θες να δείξεις σε κάποιον ότι τον
σκέφτεσαι και του κρατάς με στοργή σφιχτά το χέρι..
Κι αγάπη είναι σαν μουρμουρίζεις μια καληνύχτα στα
αστέρια που θα σε προσέχουν όταν σε λίγο θα κοιμάσαι...
Κι όταν κουρασμένος πια θα θες τα μάτια σου να κλείσεις
και κάποιος σ' έχει ζεστά τυλίξει με την κουβέρτα...
Αγάπη είναι αυτό το τελευταίο χάδι και φιλί που θα σε
κάνει να έχεις τα πιο γλυκά όνειρα όλη τη νύχτα...


http://dl2.glitter-graphics.net/pub/1056/1056042vh4v9exxvs.gif


από το βιβλίο
"Η αγάπη είναι μια χούφτα απο μέλι"

NightWish
30-10-09, 13:54
"Όταν γελάς κινδυνεύεις να περάσεις για χαζός"
"Όταν κλαις κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός"
"Όταν ανοίγεσαι στον άλλο κινδυνεύεις να μπλεχτείς"
"Όταν εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου κινδυνεύεις να δείξεις τον πραγματικό σου εαυτό"
"Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου μπροστά στους άλλους κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αφελής"
"Όταν αγαπάς κινδυνεύεις να μην στο ανταποδώσουν"
"Όταν ζεις κινδυνεύεις να πεθάνεις"
"Όταν ελπίζεις κινδυνεύεις ν'απογοητευτείς κι όταν δοκιμάζεις κινδυνεύεις ν'αποτύχεις"

Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε.
Ο άνθρωπος που δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν είναι τίποτε και δε γίνεται τίποτε. Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη όμως δε μπορεί να μάθει και να νιώσει και ν'αλλάξει και ν'αναπτυχθεί και να αγαπήσει και να ζήσει. Δεμένος με τις βεβαιότητες του, είναι ένας σκλάβος. Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του. Μόνο ο ανθρωπος που ρισκάρει είναι πραγματικά ελεύθερος.

http://www.sherv.net/cm/emo/love-you/spray.gif


Λεο Μπουσκάλια

NightWish
30-10-09, 13:58
Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά...

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο...

Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα...

Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη...

Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο...




Ella Wheeler Wilcox

NightWish
30-10-09, 14:00
Αυτός που αγαπώ μου είπε ότι με χρειάζεται...

Γι' αυτό, προσέχω τον εαυτό μου

βαδίζω με προφύλαξη

και φοβάμαι κάθε στάλα βροχής

μηδά και με σκοτώσει...


Μπέρτολτ Μπρεχτ

Νανού
30-10-09, 15:56
Ο γλάρος Ιωανάθαν πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του μόνος αλλά πέταξε πολύ μακριά, πέρα κι απο τους Μακρινούς Βράχους. Η μεγάλη του θλίψη δεν οφειλόταν τόσο στη μοναξιά όσο στο ότι οι άλλοι γλάροι δε θέλησαν να πιστέψουν στο μεγαλείο της πτήσης που τους περίμενε.Είχαν αρνηθεί ν'ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν.

Εκείνος πάλι, κάθε μέρα, μάθαινε και πιο πολλά....Έμαθε να κοιμάται στον αέρα και, χαράζοντας μια νυκτερινη πορεία δια μέσου του θαλασσινού ανέμου, κάλυπτε εκατό μίλια απο το ηλιοβασίλεμα μέχρι το χάραμα.

Θ' αρχίσεις να πλησιάζεις τον παράδεισο, Ιωνάθαν, τη στιγμή πού θα πλησιάσεις την τέλεια ταχύτητα. Κι αυτό δεν σημαίνει να πετάς χίλια μίλια την ώρα, η ένα εκατομμύριο, η να πετάς με τηνν ταχύτητα του φωτός. Γιατί ο κάθε αριθμός είναι ενα όριο καὶ η τελειότητα δέν έχει όρια. Η τέλεια ταχύτητα, γιέ μου, είναι το να βρίσκεσαι εκεί.
:wub:«Ο Γλάρος Ιωνάθαν»
Richard Bach

Νανού
30-10-09, 16:04
Έχω γνωρίσει στη ζωή μου αρκετούς ανθρώπους, που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους. Πέρασαν βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μοναχικοί καβαλάρηδες πάντα, εραστές μια χίμαιρας που την είχαν βαφτίσει ελευθερία.
Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά για την παγίδα τους.
Μοιάζει να ψάχνουν, κάπου να αιχμαλωτιστούν.
Κάπου να χαρίσουν, κάπου να πετάξουν, την ελευθερία που ήδη κουβαλάνε μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
Μερικοί, μπαίνουν σε ναρκοπέδια και χάνονται.
Άλλοι βρίσκουν τη μεγάλη παγίδα και παγιδεύονται.
Ολότελα. Για πάντα.
Μόνο που δεν παραδέχονται ποτέ, πως εκεί που έφτασαν, είναι παγίδα.
Της δίνουν απλώς μια άλλη ονομασία. Χρέος, ας πούμε. Θυσία. Αποστολή.
Έτσι για να μπορούνε δηλαδή, άμα λάχει, να φοράνε το καπελάκι τους, στραβά.

«Στο ακρογιάλι της ουτοπίας»
Αλκυόνη Παπαδάκη

xenos@
30-10-09, 16:32
"Με ρωτάς γιατί γίνηκα τρελός.Να το πως: Μια μέρα,καιρό,καιρό πριν γεννηθούν πολλοί Θεοί,ξύπνησα απο βαθύ ένα ύπνο κι ανακάλυψα πως όλες μου οι μάσκες είχαν κλεφτοί - κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και που είχα φθείρει μεσ'σε εφτά ζωές - τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μεσ'από ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας "κλέφτες κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες" Άντρες , γυναίκες με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους,σκιαγμένοι απο μένα. Κι'όταν έφτασα στην αγορά, ένας νιος σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε "είναι τρελός".Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρίσω , ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά.Για πρώτη φορά ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο κι η ψυχή μου φλογίστηκε απο αγάπη για τον ήλιο,και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα.Και σάμπως μέσα σ΄΄εκσταση φώναξα "Ευλογημένοι,ευλογημένοι, οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου" Έτσι γίνηκα τρελός "

Χαλιλ Γκιμπραντ "Ο Τρελός"

xenos@
30-10-09, 16:38
Δυο μάτια πιο μεγάλα από τη θάλασσα.
Εσύ.
Ουρανός, Καλοκαίρι,
και η καρδιά σου με μίσχο
την αγάπη μου.
Ράγισε η μάσκα τ' Αυγούστου,
γεννηθήκαμε.
Η νύχτα στάθηκε καλή μητέρα.
Πλησίασες,
εγώ κι εσύ,
ο ουρανός έσκυψε,
με φίλησες,
ένα αστέρι κρυφοκοίταζε.
"Πάμε μέσα" είπες.
Το πρωί,
τα χείλη μου είχαν τη γεύση,
μιας νύχτας καλοκαιριού
μαζί σου.
Χαμογέλασες,
κατάλαβα,
αιθρία πριν από την καταιγίδα.
Το μεσημέρι έφυγες.
Η θάλασσα μίκραινε,
όλο μίκραινε,
ώσπου έγινε
δυο μάτια που χάθηκαν.
Τα άλλα στη θέση τους,
το καλοκαίρι,
το μπαλκόνι,
ο ουρανός.

Δαλακογλου

NightWish
30-10-09, 17:08
Τι εύχρηστο μαξιλάρι η αγάπη...

Κατάλληλο

για κάθε ταξίδι του πόνου στο σώμα...

για κάθε ηλικίας όνειρα...

για κάθε είδους νύστα...

Απαραίτητο

για το σπίτι...

για το στοχασμό...

για το λεωφορείο...

για το πλοίο και για ό,τι

μας πνίγει...

http://www.farsinet.com/images/hearta.gif

Κική Δημουλά

Yasmin
30-10-09, 17:12
Ο Τζέρι είχε φύγει και δεν θα επέστρεφε πια. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ποτέ δεν θα χάιδευε ξανά με τα δάχτυλά της τα μεταξένια του μαλλιά, ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπε να κάθεται δίπλα της σε κάποιο γεύμα και να της ψιθυρίζει ένα αστείο, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξανακλάψει στον ώμο του μετά τη δουλειά, ποτέ ξανά δεν θα μοιραζόταν το κρεβάτι μαζί του, ποτέ δεν θα την ξυπνούσε ξανά το πρωινό του φτέρνισμα, ποτέ ξανά δεν θα έσκαγαν μαζί στα γέλια ούτε θα τσακώνονταν για το ποιος είχε σειρά να σηκωθεί για να σβήσει το φως πριν κοιμηθούν. Το μόνο που της είχε απομείνει, ήταν μερικές αναμνήσεις και η εικόνα του προσώπου του, η οποία κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο θολή.

Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό: Θα έμεναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ήταν ένα σχέδιο το οποίο όλοι οι φίλοι τους πίστευαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ήταν εραστές και αδελφές ψυχές. Ήταν γραφτό τους να είναι μαζί και αυτό ήταν κάτι που πίστευαν όσοι τους γνώριζαν. Μια μέρα όμως, το αδηφάγο πεπρωμένο άλλαξε γνώμη

ΥΓ. Σ'αγαπω Cecilia Ahern (το δευτερο αγαπημενο μου βιβλιο και ταινια..) :flowers:

ps...Σε ευχαριστω!

NightWish
30-10-09, 19:01
Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή.. ειπε το δέντρο στ' αστέρι του...

-Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα,

όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς...

-Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι...

-Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά,

που είναι ζωγρφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας...

-Όμορφη βραδιά απόψε..

Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!

Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός.

Σε λίγο θα ξημερώσει...

Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα.

Και ξαγρυπνά...

Κοιτάζουν το φεγγάρι...

Κι ονειρεύονται...

Ονειρεύονται και ελπίζουν...


http://www.snopes.com/graphics/icons/main/love.gif


Το χρώμα του φεγγαριού

Aλκυόνη Παπαδάκη

Yasmin
30-10-09, 19:04
Ζούσαν και οι δύο παγιδευμένοι σε ένα αίσθημα μειονεξίας που τους στερούσε τις χαρές της ζωής. Εκείνος κουβαλούσε ένα τραυματικό παρελθόν, εκείνη ένα αβάσταχτο παρόν. Το όνειρο της αγάπης ήταν άπιαστο και για τους δύο - ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν - μέχρι εκείνη τη μέρα του Μάη που γνωρίστηκαν τυχαία και αγαπήθηκαν παράφορα. Μαζί γνώρισαν έναν παράδεισο που ποτέ πριν δεν είχαν φανταστεί.
Όμως, από μια παραξενιά της μοίρας, τη στιγμή που το μέλλον πρόβαλλε μπροστά τους γεμάτο ελπίδες, ορθώθηκε ανάμεσά τους το παρελθόν, αμείλικτο, απειλητικό, αναγκάζοντας εκείνον να εξαφανιστεί απροειδοποίητα από τη ζωή της. Εκείνη έμεινε να τον ψάχνει απεγνωσμένα και κάποτε έπαψε να τον περιμένει. Μα η ζωή έχει πολλά γυρίσματα....

Με τα ματια της ψυχης-Ομηρος Αβραμιδης

Christina
30-10-09, 19:07
Επιθυμίες
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

NightWish
30-10-09, 19:21
Ένα φιλί είναι κάτι παραπάνω

από την πρώτη αισθησιακή επαφή δύο σωμάτων...

είναι η ανάταση δύο ερωτευμένων ψυχών...

Όμως ένα αμαρτωλό φιλί,

που προσπαθεί κανείς καιρό ν' αποκρούσει

και να παλέψει

και που τόσο πολύ το 'χει επιθυμήσει..

είναι τόσο γλυκό...

όσο ο απαγορευμένος καρπός..

είναι σαν αναμμένο κάρβουνο στα χείλη...

είναι σαν πύρινος δαυλός

που κάνει το αίμα σου να καίει σαν λιωμένο μαλύβι..

σαν ζεματιστός υδράργυρος...

http://z.hubpages.com/u/417651_50.jpg

Teleny - Oscar Wilde

NightWish
30-10-09, 19:25
Είναι άνοιξη! Απόβραδο...
Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά.
Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν.
Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν.
Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το 'κανα.
Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν.
Τώρα... Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα όνειρα...
Παρ' όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό.
-Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου.
- Αμέ Υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα.
d07f8bd82bd07c468d385675e72b1ef2.jpg


Το ταξίδι που λέγαμε...

Αλκυόνη Παπαδάκη

Christina
30-10-09, 21:04
"Οι ποιητές αγαπούσαν την πανσέληνο και έγραφαν γι΄αυτή χιλιάδες στίχους, αλλά η Βερόνικα είχε πάθος για το μισοφέγγαρο, επειδή είχε ακόμη χώρο να μεγαλώσει, να επεκταθεί, να γεμίσει με φως όλη την επιφάνειά του πριν από την αναπόφευκτη παρακμή του.
Φαντασία και όνειρα. Έρωτας και τρέλα. Επιθυμία και θάνατος. Οδεύοντας προς το θάνατο, η Βερόνικα διαπιστώνει ότι κάθε στιγμή της ύπαρξης αποτελεί μια επιλογή για το αν θα ζήσουμε ή αν θα τα παρατήσουμε όλα. Η Βερόνικα δοκιμάζει νέες ηδονές και ανακαλύπτει ότι πάντα υπάρχει κάποιο νόημα για τη ζωή. Μόνο που ο χρόνος είναι λίγος. Η Βερόνικα αποφάσισε να πεθάνει και αυτός ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.

Paulo Coelho - Η Βερόνικα αποφασίζει να Πεθάνει

xenos@
30-10-09, 22:06
Αυτό που έχει σημασία είναι να μη φύγεις από τη ζωή χωρίς να αγαπήσεις. Όταν όμως αγαπήσεις χωρίς να είσαι σε θέση να δώσεις τίποτα, τότε θα πρέπει να νιώθεις ευτυχία και να χαίρεσαι και μόνο απο την παρουσία εκείνου που αγαπάς... Ακόμα κι αν νιώθεις πόνο, όταν ξέρεις ότι η πηγή της ευτυχίας εκείνου δεν είναι η δική σου ύπαρξη...


Γ. Πολυράκης "Χορεύοντας στη σιωπή"

NightWish
30-10-09, 22:50
Μένει ξάγρυπνη όλη νύχτα, πιεσμένη από μια μοναξιά ασφυκτική. Τη μοναξιά του ανθρώπου που ο άλλος δίπλα του μόνο περίγραμμα παρουσίας του προσφέρει, περίγραμμα παρουσίας με περιεχόμενο απουσίας. Τα μάτια της γίνονται βελόνες στο σκοτάδι, το τρυπούν χωρίς να το φωτίζουν πουθενά. Οι τρύπες στο σκοτάδι, πάλι σε σκοτάδι βγάζουν.

Νιώθει να τον μισεί που την αφήνει έτσι. Πάλι σε φυλακή μοναξιάς την αφήνει, πιο μόνη κι απ'; οταν ήταν μακριά του την αφήνει γιατί εδώ, κοντά του, δεν έχει να ελπίζει πως θα έρθει. Ήρθε και λείπει, η πνοή του είναι πνοή ύπνου, το σώμα του κενό, ολόκληρη μεταμορφώθηκε σε μια επίκληση χωρίς ανταπόκριση. Επιστρέφει πάνω της η επίκλησή της, πέφτει στο κορμί της σα κτήνος και τη βιάζει.

Η αγάπη είναι και παγωμένη. Κρύα σα νερό στη σάρκα το χειμώνα, κρύα σα δρόμος αδιέξοδος. Τον μισεί που την απογοητεύει. Μόλις πάει να γοητευτεί την απογοητεύει, αθελά του, ανυποψίαστα, χαζά κι αυτό χειροτερεύει τα πράγματα, τα απελπίζει.

Τον μισεί που τον έχει ανάγκη, που τον περιμένει, που σπάνια έρχεται. Τον μισεί που τη βγάζει μεσοπέλαγα και την εγκαταλείπει. Στέκει μόνη και κρυώνει ανάμεσα σε φωτιές, αισθάνεται μια αηδία πολέμου.

Ο εραστής είναι ο αντίπαλος. Οι επιχειρήσεις του έρωτα συνεχώς αποδεικνύονται αποτυχημένες. Ο άλλος δεν κατακτιέται τελικά, γιατί ο άλλος δε γνωρίζεται. Ο εραστής είναι ένας ξένος που κρύβεται, ένας κατάσκοπος που μεταμφιέζεται, ένας εχθρός που ψηλώνει σε σκιές σούρουπου.

Παίζουν τυφλόμυγα, ψάχνει ο ένας τον άλλο με δεμένα μάτια, μ'; απλωμένα χέρια, χάνονται στο λαβύρινθο. Κι ο λαβύρινθος του έρωτα είναι ο χειρότερος, είναι απλωμένος πάνω στην έρημο, χωρίς καν βοηθητικούς τοίχους.




Μ. Βαμβουνάκη - Ο αντίπαλος εραστής

xenos@
30-10-09, 22:58
Τι φταις εσύ, αν δεν βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως κι η αγάπη, όταν γίνεται κραυγή, τρομάζει.......

Είναι αλήθεια πως κάποιοι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ποτέ ν' απλώσουν τα ρούχα τους στον ήλιο, να τα στεγνώσουν.
Πάντα βρεγμένα τα φορούν.
Δεν είναι η ζωή που φταίει γι' αυτό, κι ας της ρίχνουν όλα τα βάρη.

Ούτε οι ίδιοι βέβαια φταίνε.
Φταίει το ότι δεν τους χάρισε ποτέ κανείς έναν ήλιο. Έναν ολόδικό τους ήλιο. Ν' ανατέλλει, να δύει και πάλι ν' ανατέλλει λαμπερός, μέσα τους..........

NightWish
30-10-09, 23:03
ΕΝΑ ΟΣΤΡΑΚΟ ΕΙΠΕ ΣΤΟ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΟΣΤΡΑΚΟ,

«Εχω μέσα μου ένα μεγάλο πόνο. Είναι βαρύς και σφαιρικός και μ' έχει πολύ καταπονήσει».

Και το άλλο όστρακο απάντησε με αλαζονική αδιαφορία. «Δοξασμένοι να είναι οι ουρανοί κι οι θάλασσες, εγώ δεν έχω κανέναν πόνο. Νιώθω ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα και έξω».

Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα καβούρι, άκουσε τα δύο όστρακα κι είπε σ' εκείνο που ένιωθε ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα κι έξω, «Ναι, εσύ νιώθεις ακμαίο και πλήρες, ο πόνος όμως, που υποφέρει ο γείτονάς σου είναι ένα μαργαριτάρι ανυπέρβλητης ομορφιάς».



Απόσπασμα από τον Περιπλανώμενο

του Kahlil Gibran

xenos@
30-10-09, 23:03
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ' άγρια μαλλιά σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα.
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.....
.........

Ελυτης

Katerina®
30-10-09, 23:11
[
ΦΙΛΑΡΓΥΡΗ ΕΙΣΑΙ ΖΩΗ


Φιλάργυρη είσαι ζωή
μου πήρες απ' τα χέρια
αυτόν π'αγάπησα πολύ
και μου΄μπηξες μαχαίρια.

Όλα μου τα έβαλες
πάνω στη ζυγαριά
ποτέ ζωή δεν μου'φερες
μια καλή ζαριά.

Τις όμορφες σου τις στιγμές
αλλού έχεις δοσμένες
και μένα μου τις έδωσες
λίγες και μετρημένες.

NightWish
30-10-09, 23:12
Στην αρχή το φως .. και η ώρα η πρώτη

που τα χείλη ακόμη στον πηλό

δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου

Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί

Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα

γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες...

Εκεί μόνος αντίκρισα

τον κόσμο

κλαίγοντας γοερά...

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα...

... Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε ..

Και αυτός αλήθεια που ήμουνα... Ο πολλούς αιώνες πριν...

Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά..

Ο άκοπος απ' τον ουρανό..

Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε

πάνω απ' το λίκνο μου...

ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν

τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

"Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος

και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι..

Διάβασε και προσπάθησε..

και πολέμησε..." είπε..

"Ο καθείς και τα όπλα του" είπε

και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη...




Οδ. Ελύτης

Το άξιον εστί

NightWish
30-10-09, 23:14
Μια πεταλούδα χόρευε μονάχη μέσα στην καταιγίδα.


Πεταλούδα μικρή, γιατί είναι τα φτερά σου τσακισμένα; (τη ρώτησε παραξενεμένος ο γερο-Βοριάς.)

Είχα μια αγάπη παλιά, του φώναξε εκείνη. Την πήρε ο χρόνος και την πέταξε μακριά, μαζί με τόσα άλλα. Γυρνώ εδώ κι εκεί, στον ήλιο και στο χιόνι, ρωτάω μήπως τη είδε κανείς.


Πεταλούδα όμορφη, γιατί πετάς μέσα στο κρύο;

Είχα τόσα όνειρα, ελπίδες κι επιθυμίες. Όμως φύσηξε αγέρας δυνατός, τα σκόρπισε όλα τριγύρω. Κομμάτια γίναν κι εγώ, ελάχιστη, έτρεξα να τα μαζέψω. Φύσηξε ακόμα πιο δυνατά! Και τα όνειρα μου σκόρπισαν παντού, σ' όλες τις γωνιές του κόσμου. Μα τα φτερά μου είναι αδύναμα. Πώς να πετάξω μέχρι εκεί;

Κι όμως, πετάς... Δεν φοβάσαι;

Δεν έχω τίποτα άλλο πια να χάσω!

Πεταλούδα μικρή, γιατί ξεθώριασαν τα χρώματα σου;

Κάποτε πετούσα ψηλά, να βλέπω τα λουλούδια, τη θάλασσα, τον ήλιο... Όμως μαζί μ' αυτά έβλεπα και τον πόλεμο, τον τρόμο και την φρίκη. Δεν μπορούσα τίποτα να κάνω, είμαι μόνο μια μικρή πεταλούδα! Έτσι, το μοβ έγινε γκρι, το κόκκινο καφέ, και το γαλάζιο μαύρο...


Μην χάνεις την ελπίδα, μικρή πεταλούδα. Και κυρίως, μην χάνεις την πίστη στον εαυτό σου! Ποιος είπε ότι ο μικρός είναι κι αδύναμος; Ψάξε γύρω κι είμαι σίγουρος πως θα βρεις κι άλλες πεταλούδες με ξεθωριασμένα φτερά! Κι αν προσπαθήσετε μαζί θα βρήτε ξανά τα χαμένα χρώματα σας!


http://images.paraorkut.com/img/emoticons/images/b/butterfly-78.gif

(Τσαλακωμένη πεταλούδα -

Λάκης Παπαδόπουλος)

-Χάρης-
30-10-09, 23:16
Η Ρούλα και η Σταμάτεια

Μια φορά και έναν καιρό
σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Κίτρινης Πόλης ζούσαν δύο άσπονδες φίλες:
η Ρούλα -από το Γρηγορούλα- και η Σταμάτεια.
Κατοικούσαν μόνιμα στο ίδιο φανάρι και προειδοποιούσαν τους πεζούς διερχόμενους για το αν έρχονται ή όχι αυτοκίνητα. Κι ενώ ήταν ολόιδιες, είχαν και σημαντικές διαφορές, τόσο στην εμφάνιση όσο και στο χαρακτήρα.

Η Ρούλα ήταν στρογγυλή και φορούσε ένα καταπράσινο φόρεμα. Πάντοτε βιαστική και αυστηρή φώναζε με την τσιριχτή φωνή της:

- Εμπρός, γρήγορα, περάστε, πριν έρθουν τα αυτοκίνητα και σας χτυπήσουν.
- Άντε κοριτσάκι, μη στέκεσαι.
- Γρήγορα σκυλάκι, θα σε πατήσουν.
- Α, αν δεν ήμουν εδώ, σκεφτόταν, τι θα γινόταν με όλους αυτούς τους απρόσεκτους ανθρώπους; Σίγουρα θα τους πατούσαν τα αυτοκίνητα. Θα πρέπει να με ευγνωμονούν...

Η Σταμάτεια από την άλλη πλευρά ήταν πάντα νωχελική και νυσταγμένη. Ήταν ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα και μιλούσε ευγενικά μα πάρα πολύ αργά:

- Παρακαλώ σταματήστε. Τώρα πρέπει να περιμένετε γιατί θα περάσουν τα αυτοκίνητα.
- Ααχ, λίγο ακόμα παρακαλώ. Μανούλα, κράτα το μωράκι σου να μη βγει στο δρόμο.
- Περίμενε γιαγιάκα. Θα σου πω εγώ πότε να ξεκινήσεις. Α, να ένας κύριος. Βοηθάτε παρακαλώ, κύριε, την καημένη τη γιαγιούλα; Ευχαριστώ πολύ.

Στα διαλείμματα της δουλειάς τους, δηλαδή όταν δεν περνούσε κόσμος από εκεί,
οι δύο φίλες μιλούσαν μεταξύ τους: πότε «ευγενικά»:

Ρ: Γλυκιά μου, πώς τα πας: Πολύ κόκκινη είσαι σήμερα. Μήπως έχεις πυρετό; Εγώ ενδιαφέρομαι για σένα. Μήπως να σου φέρουμε γιατρό; Δε μιλάς σήμερα.
Σ: Εγώ, μια χαρά είμαι. Εσύ κοντεύεις να τρελλαθείς από τη βιασύνη σου. Αν δεν είχες εμένα τι θα έκανες!

...και πότε όχι τόσο «ευγενικά»:

Ρ: Άντε, κοκκινομουρίτσα, ακόμα κρατάς τον κόσμο; Άστους να πάνε στη δουλειά τους. Είσαι αργόσχολη, βαρετή και χαζή!
Σ: Εσύ είσαι πράσινη από την κακία σου και επικίνδυνη. Δεν ξέρεις ότι τα αυτοκίνητα δεν σταματούν εύκολα και μπορεί να χτυπήσει κανείς; Ανόητη, δεν σου ξαναμιλάω!


Μια μέρα πέρασε από το δρόμο ένα μικρό κοριτσάκι, όμορφο, εξυπνούλικο και πολύ ζωηρό. Είχε χάσει το δρόμο του και ήταν λυπημένο. Όταν είδε το φανάρι σταμάτησε και το κοίταξε σκεφτική.

Ρ: Τι κοντοστέκεσαι μικρό κοριτσάκι; Δε βλέπεις πώς λάμπει το πράσινο χρώμα μου; Άντε πέρνα λοιπόν...

- Μα πού να πάω; Ρώτησε το κοριτσάκι. Έχασα το δρόμο μου και φοβάμαι πολύ.

Σ: Πώς σε λένε καλό μου κοριτσάκι; Ρώτησε τότε η Σταμάτεια που μόλις είχε ανάψει την κόκκινη φορεσιά της.

- Με λένε Ασπασάκι, απάντησε το κοριτσάκι.
Σ: Και πού πηγαίνεις;

- Πηγαίνω στον παιδικό σταθμό. Έχουμε σήμερα αποκριάτικη γιορτούλα.

Σ: Γι΄ αυτό είσαι τόσο ωραία ντυμένη; Τι είσαι αλήθεια;

- Χιονάτη. Ντύθηκα την αγαπημένη μου πριγκίπισσα των παραμυθιών. Φοβάμαι όμως ότι χάθηκα. Είπε το Ασπασάκι και ένα δάκρυ κύλησε από τα όμορφα μάτια του.

Ρ: Γιατί κλαις μυξιάρικο; Δεν ξέρεις ότι τα παιδάκια δεν κυκλοφορούν μόνα τους στο δρόμο; Πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς σου;

Σ: Πάψε να μιλάς έτσι άκαρδη. Στενοχωρείς το Ασπασάκι.

- Έχει δίκιο η Ρούλα, κλαψούρισε το Ασπασάκι. Έφυγα από το σπίτι κρυφά, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα μόνη μου να βρω το σχολείο μου και να, που τώρα χάθηκα και μου λείπει το σπίτι μου. Θέλω το μπαμπά μου!!. Έσκουξε τώρα πια το μικρό παιδάκι.

Σ: Σίγουρα θα σε ψάχνει η μαμά σου. Μείνε μαζί μας για λίγο. Μπορεί να έρθει να σε βρει. Α, να η δασκάλα του παιδικού, η κυρία Μαρίνα. Κυρία δασκάλα, το βλέπετε το Ασπασάκι; Μπορείτε να το πάρετε γιατί χάθηκε και να ειδοποιήσετε τους γονείς του που θ' ανησυχούν;

- Και βέβαια, είπε η καλή δασκάλα και αγκάλιασε το κοριτσάκι που σταμάτησε αμέσως να κλαίει. Μόνο θέλω μια χάρη, Ασπασάκι μου.

- Ό,τι θέλεις κυρία. Και σε ευχαριστώ που βρέθηκες εδώ.

- Θέλω, τώρα που θα πάμε στο σχολείο, να διηγηθείς σε όλα τα παιδιά το πάθημά σου για να τους γίνει μάθημα.

- Ω ναι, θα τους πω ποτέ να μη φεύγουν από τους γονείς τους και πάντα να προσέχουν στο δρόμο. Να σταματούν στο φανάρι και να υπακούν στη Ρούλα και στη Σταμάτεια. Από σήμερα έχω δυο καινούργιες φίλες. Θα πω σε όλα τα παιδιά τα χαρίσματά τους και...θα ήθελα κι εγώ μια χάρη κυρία.

- Τι, κοριτσάκι μου;

- Να έρθουμε μια μέρα όλοι μαζί για να γνωρίσουν και τα άλλα παιδιά τη Ρούλα και τη Σταμάτεια. Σίγουρα θα είναι πολύ χρήσιμη η γνωριμία μαζί τους.

- Εντάξει, απάντησε η δασκάλα, έσκυψε και αγκάλιασε το κοριτσάκι. Τότε η Ρούλα ξέσπασε σε ένα δυνατό χειροκρότημα, ενώ η Σταμάτεια δεν έκρυψε ένα ζεστό δάκρυ που λαμπύρισε στο κατακόκκινο πρόσωπό της.
http://www.greekza.de/vbnext/editor/resize_1.gif

Ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης, - τα φανάρια των αυτοκινήτων -, χαμογελούσαν και χαιρετούσαν το μικρό κοριτσάκι, που σαν τη Χιονάτη των παραμυθιών είχε χάσει το δρόμο της, όχι στο δάσος αλλά στον αυτοκινητόδρομο και που η αγάπη των καλών ανθρώπων και η αγνή καρδούλα της την έσωσαν για άλλη μια φορά.

Katerina®
30-10-09, 23:16
ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΒΑΡΟΣ

Φορτιό έχει ηζωή
που πρέπει να το νιώσεις
και πρέπει να'σαι δυνατή
αν είσαι τώρα νεαρή
και συ να το σηκώσεις.

Φορτιό έχει η ζωή
στον ώμο που θα φέρεις
κι αν είναι ασήκωτο βαρύ
από το βάρος το πολύ
τότε θα υποφέρεις.

Έχει η ζωή μας βάρος
και μ'αυτό θα προχωράς
θέλει δύναμη και θάρρος
σηκωτά να το κρατάς.

xenos@
30-10-09, 23:20
Μπορεί να σκοτώνουν το λουλούδι της καρδιάς μου....καθημερινά....αλλά το ποτίζω με τον πόνο και το δάκρυ...
Ο πόνος και το δάκρυ ζωντανεύουν κάθε νεκρό λουλούδι......το κάνουν το πιο όμορφο, το πιο εωδιαστό....το πιο ζωντανό....πάντα θα ευωδιάζει τις πονεμένες καρδιές.......πάντα θ΄αγαπά τον άνθρωπο....γιατί ο πόνος του ανθρώπου δεν έχει τελειωμό................

NightWish
30-10-09, 23:21
Κρυώνεις πολύ απόψε...
Πάγωσες...
Κι εγώ σε νιώθω...
Δεν εχεις τίποτα να σκεπαστείς...
Ούτ' ένα φιλί...
Πόσο μετράει, αλήθεια, αν εγώ σε νιώθω;
κι αυτή η καταιγίδα που σε πήρε το κατόπι...
δε λεει να σταματησει πια....
Αιώνες χτυπάνε πάνω σου οι στιγμές..
Να πάρει η οργή... Είδες;
Πόσο ανέτοιμο σε βρίσκει πάντα...
Πόσο γυμνό..
Πόσο ακάτεχο...
Που είναι οι αποφάσεις που έπαιρνες...
"Την άλλη φορα" έλεγες.. Θα ξέρω...
Θα 'χω ετοιμάσει καταφύγια..
Θα 'χω φυλάξει κουβέρτες για την πάρτη μου..
Μην απορείς.. Δεν είσαι εσύ που δεν τα καταφέρνεις...
Ετσι συμβαίνει σ' όλους μας..



Α. Παπαδάκη

NightWish
30-10-09, 23:22
Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη...


Στη συμπόνια είνια δύο..

αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει....


Στη καλοσύνη είναι δύο...

αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται...


Μα στην αγάπη είναι ένα...


Σμίγουν οι δύο και γίνοται ένα..


Δεν ξεχωρίζουν...


Το εγώ και εσώ αφανίζονται..


Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ........



Ν. Καζαντζάκης

Katerina®
30-10-09, 23:22
ΕΙΝΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠ" ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Ένα κομμάτι απ' τη ζωή μας
που ζήσαμε οι δυο μαζί
τώρα μου λες να το ξεχάσω
μα δε μπορώ μέσα μου ζει.

Όσα χρόνια τώρα
κι αν κυλάνε
τις όμορφες στιγμές
δεν τις σβήσανε.

Είναι κομμάτι απ' τη ζωή μας
το φύλαξα σαν θησαυρό
είναι οι όμορφές μας μέρες
και να τις σβήσω δεν μπορώ.

NightWish
30-10-09, 23:24
Μέσα στ' αστραφτερά σου μάτια, που μοιάζουν

πάντα με πυκνές φυλλωσιές δέντρων κρύβονται όλα τα πουλιά της γης...

Και τραγουδούν...

Μέσα στ' αστραφτερά σου μάτια κρύβεται κι η δική μου ψυχή...

Και σιγοντάρει...



Αλκυόνη Παπαδάκη

xenos@
30-10-09, 23:26
[
CENTER]Οι βαθιές αλλαγές, και στον άνθρωπο και στην κοινωνία, συμβαίνουν σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα. Τη στιγμή που το περιμένουμε λιγότερο, η ζωή πετάει μπροστά μας μια πρόκληση για να δοκιμάσει το θάρρος και την επιθυμία μας για αλλαγή· τη στιγμή αυτή καθόλου δεν ωφελεί να προσποιηθούμε ότι δε συμβαίνει τίποτα ή να δικαιολογηθούμε λέγοντας ότι δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι.

Η πρόκληση δεν περιμένει. Η ζωή δεν κοιτάζει πίσω.

Paulo Coelho [/CENTER]

NightWish
30-10-09, 23:27
Έβγαλε απ' το πορτοφόλι

ένα κομμάτι φεγγάρι

κι αγόρασε μια εφημερίδα

κι ένα ρεαλιστικό παραμύθι για παιδιά...

Τον παλιάνθρωπο είπαν, όσοι τον είδαν...

Θα μπορούσε να εξαργυρώσει κάτι άλλο,

τη γυναίκα του να πούμε

ή την ιδεολογία του...

Το φεγγάρι βρήκε να ρευστοποιήσει;

Σκότωσε το ρομαντισμό μας...





Θ. Μαρκόπουλος

xenos@
30-10-09, 23:33
αν και το ξαναβαλα....υμνος αγαπης!!


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
σε περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε
γι' αυτό έμειν' ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

μακαρι να υπάρχει τετοια αγαπη μεσα μας και μακαρι να ειμαστε μια τετοια αγαπη.....!

Katerina®
30-10-09, 23:35
Υπάρχει ένα εσωτερικό τοπίο, μια γεωγραφία της ψυχής
ψάχνουμε τα οριά της όλη μας τη ζωή.
Αυτοί που είναι αρκετά τυχεροί και τα βρίσκουν
γλιστράνε απαλά στη ζωή, σαν το νερό πάνω στην πέτρα,
πάνω στο ρευστό περιγραμμά της και....νιώθουν άνετα.

ΜΟΙΡΑΙΟ ΠΑΘΟΣ
"Τζόζεφιν Χαρτ"

Katerina®
30-10-09, 23:47
"Τα λόγια ταξιδεύουνκαι όταν γυρίσουν πίσω
δεν τα καταλαβαίνουμε πια!!"

Φίλιπ Λεσερμέιερ

Katerina®
30-10-09, 23:49
Το τυχαίο είναι μια
ιστορία με άγνωστο τέλος.

Φίλιπ Λεσερμέιερ
Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ

Katerina®
30-10-09, 23:52
"Τα μυστικά είναι κλεισμένα μέσα μας
αλλά ονειρεύονται συνεχώς να δραπετεύσουν"

Φίλιπ Λεσερμέιερ
Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ

Katerina®
30-10-09, 23:55
"Να τον ψάχνεις χωρίς να ξέρεις ποιος είναι
κι όμως να είσαι σίγουρη πως θα τον αναγνωρίσεις"

Φίλιπ Λεσερμέιερ
Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ

h mikrh ELLhNiS
31-10-09, 04:48
Γιάννης Ρίτσος, Νύξεις
Λιόγερμα. Λάμποντα χρώματα. Αγέρας. Αυτός
πλεύρισε τον παλιό τοίχο ν' απαγκιάσει. Ξάφνου
πάνω στο μαύρο λόφο πρόβαλε η λευκή σελήνη.
Οι δυο αριθμοί στο μάρμαρο ήταν μαύροι.

Βαθειά νηνεμία. Μια βάρκα σκιώδης
κάτω ακριβώς από κείνο το αστέρι –
γι' αυτά που χάθηκαν, για κείνα που δεν ήρθαν.

Στην άδεια τσέπη του ένα νόμισμα αρχαίο, λησμονημένο –
η αφή του αναγνωρίζει στα τυφλά τού θεού τα γυμνά μέλη.

Λαξεύει κόκαλα αλόγων. Φτιάχνει
ένα μικρό άσπρο άλογο. Το αφήνει στο τραπέζι
πλάι στο χαρτί που περιμένει το ποίημα.

Το κίτρινο λεωφορείο τής παραλίας.
Ένα κορίτσι με κόκκινο φόρεμα. Αυτός, κουρασμένος,
διακρίνει και πάλι άθελα του τον καπνό τής Ιθάκης.

Το δέντρο, το άγαλμα, ο κήπος, η γερόντισσα
να συλλογιέσαι τη διάρκεια των λέξεων, να βγαίνεις
έξω απ' το χρόνο, απ' την πύλη τού ποιήματος.

Ένδοξη διαύγεια της μέρας. Πάνω απ' τα στάχυα
ψηλές κολόνες ο μεγάλος καπνός
απ' το φούρνο τού μικρού αγγειοπλαστείου.
Σε μια άσπρη λήκυθο, γαλανό θα σχεδιάσω
γυμνό το σώμα σου μ' ένα σπάγκο στη μέση.

"Τέλος", φωνάζει το πουλί ψηλά στο λιόγερμα
"τέλος", φωνάζουν λάμποντας τα τζάμια στ' ακρογιάλι
λάμψη τυφλή, μελετημένη αντιστροφή τού χρόνου.

Βράδυ βαθύ. Και απρόσμενα ο χτύπος
απ' τα φτερά ενός γλάρου καθυστερημένου.
Ύστερα γίνεται πιο εύκολη η νύχτα.

xenos@
31-10-09, 11:34
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Ελυτης

-Χάρης-
31-10-09, 19:28
Ο γάμος της Ποντικούλας

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν μια οικογένεια ποντικών.
Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
- Ποιος είναι ο καλύτερος;
Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
- Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
- Δεν είσαι; και ποιος είναι;
- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
- Μα πώς; ρώτησαν.
- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Katerina®
31-10-09, 23:43
Πηδάμε στις βάρκες
λύνουμε τα σχοινιά και τραγουδάμε τη θάλασσα.
Κοιτώντας τ' ασημένιο σύννεφο
πλάι στ'ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Ποιά διαμαντένια πολιτεία
κοιμάται πίσω απ' τα βουνά:
Ποιά φώτα τρέμουν πέρα στη νύχτα
και μας φωνάζουν:
Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας
και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε!!!

Γ. Ρίτσος

NightWish
02-11-09, 09:39
Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί...

Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο... ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό..

Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρα μας.. στα ψηλά ή στα βαθιά...

στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος ο άνεμος...

στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται....

Ίσως το όνειρο σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα υπήρχες όταν δεν ακομα,

όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου...

και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα - ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό - σου δίνω με γεμάτα χέρια..

γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου...

Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα.. ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει με ζωντανούς και νεκρούς...

και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου..

Ούτε τη νύχτα... ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν..

Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου δίνει τη γεύση από τη γη,

από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου,

και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή σαν να έφθανε από τη θάλασσα που μας περιβάλλει...


http://profile.ak.fbcdn.net/object3/1922/11/q140262580443_426.jpg
Pablo Neruda

NightWish
02-11-09, 09:44
Κεριά του μέλλοντος οι μέρες

στέκοντ' εμπροστά μας

σα μια σειρά κεράκια αναμένα...

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια...

http://www.annieshomepage.com/candle-atc.gif


Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν...

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων..

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη...

κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά...


http://www.annieshomepage.com/candle-atc.gif

Δεν θέλω να τα βλέπω..

με λυπεί η μορφή των...

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι..

http://candlelighta.appspot.com/img/largeicon.gif

Εμπρός κυτάζω τ' αναμένα μου κεριά...

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω...

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμά μακραίνει..

τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν...

http://www.annieshomepage.com/candle-atc.gif



Κωνσταντίνος Καβάφης

GERI H
02-11-09, 10:07
Η ανεμώνη (Γεώργιος Βιζυηνός)


Ένας βράχος στα βουνά
συλλογιέται μοναχός του.
Ένα ρυάκι, που περνά,
κάτι τραγουδάει εμπρός του.

Μία ανεμώνη, που ανθεί
εις τον βράχο στηριγμένη,
να νοήσει προσπαθεί
το τραγούδι τι σημαίνει.

Κι᾿ όλο σκύφτει πιο πολύ,
και ξεχνά το στήριγμά της.
Τι τραγούδι να λαλεί
ο τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεί για μια αγκαλιά,
που με πόθον ανοιγμένη
στην χρυσήν ακρογιαλιά
μέρα νύχτα τον προσμένει.

- Αχ, κι᾿ ας ήμουν, λέγ᾿, εγώ
κείνη που θα τ᾿ αγκαλιάσει!
Και το ρεύμα το γοργό
σκύβ᾿ ἡ λουλουδιά να φθάσει!

Μα, σαν έσκυβ᾿ έτσι δα
το νερό με την ορμή του
τα φυλλάκια της μαδά
τα κατρακυλά μαζί του.

Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Γιατί, αχ! γιατὶ
ξεστηρίχθηκ᾿ απ᾿ τον βράχο!

xenos@
02-11-09, 21:25
Αυτό που θα'θελα απόψε,είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα,τόσο τη χαράμισα,τόσο τη δάνεισα,τόσο
την ξερίζωσα.Από ποιον να τη ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...
Αυτό που θα ήθελα απόψε,τελικά,είναι ένας ώμος,να γείρω
πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα.Για όσα ονειρεύτηκα.Για όσα ένιωσα.Για
όσα περίμενα και δεν ήρθαν.Για όσα ήρθαν.Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν.Για όσα με θανάτωσαν.Για όσα μ'ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.
Για όλα...
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν'ακούσω τη φωνή του
να μου πει ψιθυριστά:
"Μην κλαις".Μόνο αυτό.Τίποτ'άλλο.
Μην κλαις.Μόνο αυτό...
..Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη ,να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή,μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις,μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ'ακολουθήσεις
Μου λείπει η αγγάπη μου,εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα,δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ' αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος. που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό,έστω στην άκρη των μαλλιών...
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;....
......................

AsTeRaKi *
02-11-09, 22:06
Στα δυο μου χέρια φως αγάπης κρατώ
κι είναι αρκετό
στα πιο βαθιά σκοτάδια μου να φέξει.
Τόσο πολύ σ'αγαπώ, που μόνο εσένα αντικρύζω
σ' ό,τι κι αν δω. Έστω κι αν είμαι μακρυά σου...

nefelitsa
02-11-09, 23:05
yparxoun hmerologia kai rologia gia na metrame ton xrono, alla afto den shmenei kai polla pragmata , giati opos kserei o kathenas apo emas , mia kai monadikh wra mporei na mas fanei aiwnas, alles fores omws mporei na perasei san mia stigmh. auto eksartate apo to ti zoume mesa se ekeinh thn wra. kai auto giati o xronos einai h zwh . kai h zwh katoikei mesa sthn kardia ...

nefeli_08
03-11-09, 08:04
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
σε περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε
γι' αυτό έμειν' ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μαρία Πολυδούρη

NightWish
03-11-09, 10:02
Μια μέρα θα ξανά θυμηθείς,

πως δεν υπάρχει τίποτε

να μάθεις...

να προσθέσεις....

να κατανοήσεις..


αλλά πολλά, πάρα πολλά

να σβήσεις...

να διαγράψεις για

να μπορέσεις..

να Ξανά θυμηθείς...

http://i78.photobucket.com/albums/j92/Risingclouds/Love/heart-red-animated.gif


Θεοδοσία Κρικέτου

NightWish
03-11-09, 10:41
Η αγάπη είναι μια υπέροχη κακοτοπιά..

Όσοι βάλθηκαν να την εξερευνήσουν..

Δεν επέστρεψαν ποτέ..

Καλή τους ώρα..!




Οδυσσέας Ελύτη

Christina
03-11-09, 12:22
Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.


Κ. Καρυωτάκης

NightWish
03-11-09, 16:39
Επειδή κλαίω ακόμα στα κρυφά...
καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα...
καιρών τ'ουρανού σκοτεινών...
τόσο που αν πας εκείνη τη στιγμή να με αγκαλιάσεις...
πασαλείβεσαι Άστρα...

Οδυσσέας Ελύτης

pantos
03-11-09, 16:49
Ναρκωμενες αγαπες....
αρρωστημενες ζωες....
πανω τους ολες οι ενοχες....
Θελουν να ζησουν
να ερωτευθουν
μα ολες δισταζουν και υποχωρουν....

Christina
03-11-09, 17:02
Κι αν προσευχομαι,
η μονη προσευχη που κανει
τα χειλη μου να σαλευουν ειναι :
<<Ασε την καρδια που εχω τωρα
και χαρισε μου την ελευθερια!>>
Καθως οι μερες μου
γοργα ζυγωνουν το σκοπο τους,
ειναι το μονο που ικετευω
σε ζωη και θανατο
Μια ψυχη διχως αλυσιδες,
που με κουραγιο υπομενει.


Εμιλι Μπροντε

xenos@
03-11-09, 19:00
Ελα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά...
τις φωτιές τις σβήνουνε τα ποτάμια, ...........
τις πνίγουν οι νεροποντές,..........
τις κυνηγούν οι βοριάδες....
δεν είμαι η φωτιά....
έλα κοντά μου.....
Δεν είμαι ο άνεμος....
τος ανέμους τους κόβουν τα βουνά,
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
και τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί....
δεν είμαι άνεμος.....

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης....
αποσταμένος παρπατητής που ακούμπησε στην ρίζα μιας ελιάς.....
να ακουσει το τραγούδι των γρύλλων.....
και αν θες έλα να το ακούσουμε μαζί......

Λουντεμης!

xenos@
03-11-09, 19:02
Ολος ο έρωτας σε ένα κύπελλο πλατύ σαν τη γη, τον έρωτα με αστέρια και αγκάθια σου έδωσα, αλλά περπάτησες με μικρά πόδια, με βρώμικα τακούνια στη φωτιά, σβήνοντάς τη.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Δεν σταμάτησα τον αγώνα. Δε διέκοψα την πορεία μου για τη ζωή, για την ειρήνη, για το ψωμί όλων, αλλά σε σήκωσα στα μπράτσα μου και σε καθήλωσα με τα φιλιά μου και σε κοίταξα όπως ποτέ ανθρώπινα μάτια δεν θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Τότε δε μέτρησες το ανάστημά μου, και τον άντρα που για σε απομάκρυνε το αίμα, το σιτάρι, το νερό ταύτισες με το μικρό έντομο που έπεσε στο φουστάνι σου.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!
..............................


Νερουντα

Christina
03-11-09, 19:40
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα που περνάνε,
πιάνουνε τ' άλμπατρος --πουλιά της θάλασσας τρανά--
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ' ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ' άσπρα μεγάλα τους φτερά τ΄ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά

Αυτά που 'ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πως είναι τώρα κωμικά κι άσκημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τούς κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροιδευτικά.

Μ' αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο ποιητής πως μοιάζει!
Δε σκιάζεται τις σαιτιές, τις θύελλες αψηφά
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ΄ τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά.


ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

AKIS75
03-11-09, 20:09
ΖΩΕΣ

Κι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.

Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως...

Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές
απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ' αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές...

που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς...

Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιας περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά...

Κώστας Καρυωτάκης

Charos
03-11-09, 22:09
http://1.bp.blogspot.com/_h76GCoZo1Os/SaGqQNvx_9I/AAAAAAAAABI/Sbt7L3mYRLo/s1600-h/Fear1.gifhttp://1.bp.blogspot.com/_h76GCoZo1Os/SaGqQNvx_9I/AAAAAAAAABI/Sbt7L3mYRLo/s400/Fear1.gif

Φοβάμαι, λες.

Φοβάμαι κι έχω κρύψει σ’ ένα βιβλίο παλιό το γαλήνιο πρόσωπο μου να το θυμάμαι.
Ποια βήματα μοιάζουν οικεία όταν έχεις γεννηθεί στο διπλανό κρεβάτι με τη μοναξιά;
Ενώνω τα γόνατά μου με το πρόσωπο κάθε που ξαπλώνω.
Εκείνο το παράξενο που κυοφορώ με πονάει.
Το κάνουν να με πονάει.
Το χέρι το ξένο που μπαίνει μέσα στην ψυχή, που απλώνεται πάνω στο σώμα μα το κυριότερο που δεν καταλαβαίνει.
Αφήνει μια γραμμή αίματος πάνω στα σεντόνια κάθε φορά.
Πάει καιρός που δεν αφήνω την ψυχή μου να κοιμηθεί.
Παραμονεύει ένας εφιάλτης.
Ένα μαχαίρι που θα κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ψυχή, άρα με τη ζωή μου.
Τη ζωή μου…

Ξαπλώνω σ’ έναν κρεβάτι μεταλλικό.
Κάποτε αντικρίζω χεράκια μικρά να περνούν μέσα από τα κάγκελά του.
Χαράσσω πάνω τους τις μέρες, όχι στα χέρια για τα κάγκελα λέω, μέρες μιας απόφασης καταδικαστικής.

Νηστεύω τη ζωή μου.
Κλείνω σε μικρά αποστειρωμένα κουτάκια νοσοκομείου τα όνειρά μου.
Πνίγω στα χτυπήματα των δεικτών του ρολογιού τις κραυγές μου.
Οι σιωπές μου με γεννούν ξανά και ξανά και ξανά.
Κι εσύ ρωτάς τ’ όνομα μου, ρωτάς ηλικία και διεύθυνση.
Πώς να σου μιλήσω δίχως φωνή.
Πώς να σου γράψω τ’ όνομά μου, δίχως στοιχεία ύπαρξη χαμένη με χαμένη ταυτότητα και διαβατήριο σχισμένο απ’ την αστυνομία;
Μονάχα που εκεί μένω σε πάω.
Σπίτι ξύλινο παλιό με περιστέρια στη σκεπή του.
Έχω παρέα μου τα περιστέρια.
Ότι μου έχει μείνει.
Και μια σακατεμένη περηφάνια για να σου δείξω πως μένω εκεί.

Το σπίτι μου ρημαγμένο, περισσότερο απ’ τους άνεμους της ψυχής μου παρά απ’ τα χρόνια.
Άδειο σχεδόν.
Μονάχα εκείνο το κρεβάτι το μεταλλικό με τα πόδια τα ριζωμένα στο πάτωμα έχει μείνει.
Δεν αλλάζει θέση πια.
Ριζώνουν οι κινήσεις μέσα στους τοίχους, ριζώνουν οι επιθυμίες, ριζώνουν τα λόγια κυρίως εκείνα που δεν ειπώνονται
Άντε να ξεκολλήσεις τη ζωή σου…

Φοβάμαι εκείνον που φωνάζει ακόμα το όνομα μου τις νύχτες.
Φοβάμαι μη ξυπνήσει όσα υπνώτισα εντός μου και χαθώ αναζητώντας.
Φοβάμαι την ερημιά που σαν το σαράκι κατασπάραξε τα πάντα στο σπίτι εκτός ίσως από εμένα.
Φοβάμαι μην απ’ τις χαραμάδες μπει ο αέρας και χρειαστεί πάλι ν’ ανασάνω.

Κι αν ακόμα ζω είναι που φοβάμαι να πεθάνω…



ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΟΥΡΑΚΗΣ

Christina
03-11-09, 22:27
Ένα κλωνάρι από ρείκια στο χέρι μου ριγεί
Να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο
Δεν θα ξαναϊδωθούμε πια ποτέ σ’ αυτή τη γή
Πικρή ευωδιά της εποχής κλωνάρι της ρεικιάς
Και να θυμάσαι πως εγώ σε περιμένω


Γκυγιώμ Απολλιναίρ

-Χάρης-
03-11-09, 22:31
Τσαϊκόφσκι Πέτρος Ίλιτς (1840-1893)
Η Λίμνη των Κύκνων

1η πράξη
Γιορτάζονται τα γενέθλια του Πρίγκιπα Siegfried. Γίνεται είκοσι ετών.
Ο παιδαγωγός του παλικαριού, ο Wolfgang, του συστήνει τους καλεσμένους.
Η Βασίλισσα (μητέρα του Πρίγκιπα) φτάνει με την ακολουθία της.
Καλεί την ομήγυρη να πανηγυρίσει μαζί της, αφού σύντομα ο Πρίγκιπας θα νυμφευτεί.
Θα πρέπει, αύριο, να επιλέξει ανάμεσα στις όμορφες κόρες που εκείνη έχει καλέσει.
Ο Πρίγκιπας μένει σκεφτικός, καθώς ονειροπολεί έναν ιδεώδη έρωτα.
Ο παιδαγωγός προσπαθεί να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, στα καθήκοντα
που τον περιμένουν, όμως το πνεύμα του Siegfried έχει ήδη δραπετεύσει.

2η πράξη
Χαμένος στις σκέψεις του, ο Πρίγκιπας βλέπει να εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του μια γυναίκα, σας ολόλευκος κύκνος, με κορώνα στο κεφάλι.
Γοητευμένος την πλησιάζει κι εκείνη του εκμυστηρεύεται ότι είναι Πριγκίπισσα,
η Odette, που τη μεταμόρφωσε σε κύκνο -μαζί με άλλες νεαρές κόρες-
η μαγγανεία του κακού, ο Rothbart. Δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί από αυτήν
την αφύσικη κατάσταση, παρά μονάχα όταν κάποιος της προσφέρει την αγάπη του
για πάντα.
Συγκινημένος, ο Siegfried προσφέρεται να τη σώσει.

Παρ&#180; όλες τις επεμβάσεις ενός περίεργου τεράστιου αρπακτικού πουλιού (Rothbart), που ταράζει κάθε τόσο τη γλυκιά τους γνωριμία, ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης. Οι κύκνοι, σύντροφοι της μεταμορφωμένης πριγκίπισσας, τους προστατεύουν με τα ορθάνοιχτα φτερά τους από την επιθετικότητα του Rothbart.

Ο Siegfried καλεί την Odette να έρθει την επομένη στο χορό, που δίνει η Βασίλισσα μητέρα του στο παλάτι, στη διάρκεια του οποίου θα πρέπει να επιλέξει νύφη.
Εκείνη αντιλέγει εξαιτίας της μεταμόρφωσής της σε κύκνο.
Εκείνος τη διαβεβαιώνει ότι δεν θα παντρευτεί καμία άλλη και ορκίζεται
στην κοπέλα-κύκνο ότι θα της είναι αιώνια πιστός.
Αποχαιρετιούνται. Με την αυγή, τα φαντάσματα των κοριτσιών διαλύονται
σαν πρωινή πάχνη.
Εκείνος μένει μόνος και αναστατωμένος.

3η πράξη
Στο γιορτινό παλάτι, ο αρχιθαλαμηπόλος δίνει το σήμα για την έναρξη της πανηγυρικής τελετής. Η Βασίλισσα οδηγεί τον γιο της που μοιάζει αλλόκοτα απών, σαν να είναι ξένος προς τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Μετά τους φολκλορικούς χορούς διαφόρων περιοχών που δίνονται για τέρψη των καλεσμένων παρουσιάζουν τις κοπέλες στον πρίγκιπα, από τις οποίες θα πρέπει να διαλέξει τη μνηστή του.
Τις αρνείται όλες και τότε, ξαφνικά, παρουσιάζεται ένα μυστηριακό πλάσμα
που μοιάζει εκπληκτικά με την Οdette.
Αμέσως, μαγεμένος απ' αυτό το όραμα, ο Siegfried δεν έχει πια μάτια
παρά για αυτήν την ύπαρξη, που πιστεύει ότι είναι η κόρη-κύκνος
που ερωτεύτηκε παράφορα το προηγούμενο βράδυ.
Κι όμως, δεν είναι παρά η Odile, η κόρη του βαρόνου von Rothbart,
την οποία -με τη δύναμη της μαγείας του- έχει μεταμορφώσει σε σωσία της Odette.

Kαι θα είναι αυτή που ο εξαπατημένος πρίγκιπας, θα ζητήσει σε γάμο.
Ο Rothbart θριαμβεύει που ο Siegfried καταπάτησε τον όρκο του,
ενώ η Odette δεν μπορεί πια να σωθεί.

4η πράξη
Ο Siegfried έχει αντιληφθεί το τεράστιο λάθος του και έχει βυθιστεί στον πόνο του. Το όραμα της λίμνης ζωντανεύει. Ανάμεσα στους κύκνους, τις άτυχες αδελφές της, η Odette θρηνεί για το χαμένο της έρωτα.
Όλα τελείωσαν, ακόμη κι αν ο πρίγκιπας την πρόδωσε άθελά του.
Εκείνος την παρακαλεί να τον συγχωρέσει. Είναι, όμως, πολύ αργά.
Ο Rothbart θα του πάρει για πάντα την αγαπημένη του. Το όνειρο έσπασε.
Η ιστορία

Τo 1877, στη Μόσχα, γεννήθηκε ένα «ασχημόπαπο» που όμως σε μερικά χρόνια μεταμορφώθηκε σε «κύκνο», τόσο λαμπρό, ώστε μετά από σχεδόν 130 χρόνια γοητεύει ακόμα μικρούς και μεγάλους.
Αυτή η χρονιά σηματοδοτεί την πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα της Λίμνης των Κύκνων, σε μουσική που είχε συνθέσει ο Τσαϊκόφσκι, ύστερα από παραγγελία του θεάτρου Μπαλσόι.
Λίγο πριν από το θάνατο του κορυφαίου ρομαντικού συνθέτη, το 1893, ο μεγάλος χορογράφος Μαριούς Πετιπά αντιμετώπισε τη δυνατότητα μιας νέας παραγωγής του έργου και, με την παρότρυνση του Τσαϊκόφσκι, ο έμπειρος μαέστρος Ρικάρντο Ντρίγκο έκανε τροποποιήσεις στην πρωτότυπη παρτιτούρα.

Το 1871, ζώντας ο Τσαϊκόφσκι με την αδελφή του Αλεξάνδρα, έγραψε ένα μπαλέτο μικρής έκτασης. Βασιζόταν στο ομώνυμο γερμανικό παραμύθι, τη Λίμνη των Κύκνων. Τέσσερα χρόνια αργότερα του ζήτησαν να το γράψει σε πλήρη έκταση, κι όπως φαίνεται από την επιστολή του στον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ
«από τη μια μού χρειάζονται τα χρήματα, κι από την άλλη,
θέλω να δοκιμάσω την πέννα μου και σ΄ αυτό το είδος».

Η πρεμιέρα του μπαλέτου δόθηκε στις 4.3.1877, στο θέατρο Μπαλσόι της Μόσχας.
Η Λίμνη των Κύκνων είναι μια ονειροπόληση του Πρίγκιπα Ζίγκφριντ.
Ποτισμένος από τα ρομαντικά αναγνώσματα που εξάπτουν τον πόθο του για το ατέρμονο, αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα των υποχρεώσεων και του γάμου, που του επιβάλλουν ο παιδαγωγός και η μητέρα του.
Θα είναι αυτός ο ίδιος, ο οποίος, για να ξεφύγει από το σκοτεινό πεπρωμένο που πιστεύει ότι του προετοιμάζουν, θα φέρει στη ζωή του το όραμα της λίμνης, αυτό το κάτι άλλο στο οποίο αποβλέπει.
Μέσα του γεννιέται ένας ιδεώδης έρωτας και ταυτοχρόνως το αντίθετό του,
ο Μαύρος Κύκνος. Ο φανταστικός έρωτας αντιπροσωπεύει μια απαγόρευση
(απ' όπου και ο μαύρος κύκνος).
Όταν το όνειρο εξανεμιστεί, η λογική του πρίγκιπα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Katerina®
03-11-09, 23:01
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να ’ρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.

Κικής Δημουλά

NightWish
04-11-09, 08:37
Αν το καλοσκεφτούμε, κανείς δε ζει για τον άλλον...

Κάθε ένας πολεμάει για πάρτη του..

Συμβαίνει κάποτε, δυο άνθρωποι να συναντιούνται και να

δανείζει ο ένας στον άλλον ένα κομματάκι από τη ζωή του...

Άλλοι δανείζουν με τόκο, άλλοι χωρίς τόκο, άλλοι εν λευκώ

κι άλλοι με τζίφρες..

Αλλά κανείς δε χαρίζει...

Δίνει και παίρνει..

Η... περιμένει να πάρει...

Το ίδιο κάνει...





από το Τετράδιο της

Αλκυόνης Παπαδάκη

GERI H
04-11-09, 09:51
Ταξίδι για το άγνωστο

Ετοιμάζω τα πράγματα
Ξεσκονίζω τα όνειρά μου
Κάθε βλέμμα σου με διαπερνά
Ταξιδεύει την καρδιά μου
Δε με νοιάζει αν είσαι ουρανός
Περιπέτεια ή παράδεισός μου
Δε με νοιάζει αν είσαι βυθός
Χάος ή το φως μου.

Ένα ξέρω ένα μόνο ένα
Πως μαζί σου θέλω να χαθώ

Ταξίδι για το άγνωστο
Πάρε με να κάνουμε, δε φοβάμαι
Ταξίδι για το άγνωστο
Και πώς θα γυρίσω ας μη θυμάμαι
Στους καινούργιους δρόμους
Που μου δείχνεις
Κλείνω τα μάτια και πάω

Κάθε λέξη σου σπίθα τρελή
Την ψυχή μου θα ανατινάξει
Και το νιώθω πως φτάνει η στιγμή
Που φωτιά παράξενη θα ανάψει
Δε σε ξέρω ακόμα καλά
Μα οι φόβοι πουλιά
Κι έχουν πετάξει

nefeli_08
04-11-09, 11:33
Μου λες..θέλω να σε βλέπω να γελάς...
πεσ'μου...γιατί με κάνεις και δακρύζω;
Μου λες...θέλω να είσαι δυνατή...
πεσ'μου..εσύ γιατί δειλιάζεις;
Μου λες...θέλω να είμαι δίπλα σου...
πεσ΄μου...γιατί περπατάς παράλληλα;
Μου λες...σ'αγαπώ,αστεράκι μου...
πεσ'μου...γιατί δεν αφήνεις τον ήλιο..
να φωτίσει την ζωή μας;

nefeli_08
04-11-09, 11:34
Γιατί φοβάσαι να με νιώσεις;

Γιατί φοβάσαι να αγγίξεις τα θέλω σου;

Γιατί έβαλες τα πρέπει καπετάνιο

στα όνειρα σου;

Κοίτα με...υπάρχω και είμαι εδώ..

κοντά σου..μίλα μου..ν' ακούσω

την φωνή σου...κι ας με πονέσουν

τα λόγια σου..μπορώ να ζήσω

με τον πόνο..

την μοναξιά της απουσίας σου..

αυτήν δεν αντέχω...

Την μοναξιά της ψυχής...

που μακριά σου έγινε...

τρόπος ζωής..

κι έγινα πια λαθρεπιβάτης

στα δικά μου όνειρα..

γιατί χωρίς εσένα..

δεν υπάρχουν πια όνειρα..

Κοίτα με..να δω την φλόγα

των ματιών σου...

χαμογέλα μου..μ' αυτό τον τρόπο

που πάντα με γοήτευε..

δείξε μου..τον άνθρωπο που λάτρεψα..

αυτόν που λατρεύω..

αυτόν..που ήσουν στην αρχή..

αυτόν που έκανε τα πρέπει...θέλω..

που δεν φοβήθηκε...

Γίνε ξανά εσυ...

και..δώσε μου...λόγο να ονειρεύομαι..

δώσε μου λόγο να υπάρχω..κοντά σου..

Μόνο εσύ μπορείς...

-Χάρης-
04-11-09, 15:51
Τσαϊκόφσκι Πέτρος Ίλιτς (1840-1893)
Αγία Πετρούπολη 18 Δεκεμβρίου 1892
Ο Καρυοθραύστης

Στο μπαλέτο πρωταγωνιστεί ένα μικρό κορίτσι, η Κλάρα,
που τις ημέρες αυτές παίρνει τα δώρα της.
Μεταξύ αυτών είναι ένας καρυοθραύστης σε σχήμα ανθρώπου.
Ο Καρυοθραύστης ζωντανεύει και, σαν καβγατζής που είναι, τα βάζει με όλα τα άλλα παιχνίδια της Κλάρα, που ζωντάνεψαν κι αυτά.
Η νεαρή Κλάρα έχει ξετρελαθεί με τον Πρίγκιπα Καρυοθραύστη, του οποίου η ζωή σώθηκε στη Μάχη των Παιχνιδιών, στην 1η πράξη.
Σώθηκε επειδή η Κλάρα πέταξε την παντόφλα της στο κεφάλι ενός αντίπαλου, του Βασιλιά των Ποντικών, σκοτώνοντάς τον.
Εκείνη τη στιγμή ο άσχημος καρυοθραύστης απελευθερώθηκε από τα μάγια και μεταμορφώθηκε σ΄ έναν πανέμορφο Πρίγκιπα, ο οποίος οδήγησε τη σωτήρα του στο Βασίλειο των Γλυκών.

Στη 2η πράξη, η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Παλάτι της Χώρας των Γλυκών.
Φτάνοντας η Κλάρα στο «γλυκό» παλάτι του Πρίγκιπα, βλέπει πως αυτό είναι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από αμυγδαλωτό, κέικ και χίλιους δυο άλλους γευστικούς πειρασμούς.
Την Κλάρα υποδέχονται ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα, μαζί και η Νεράιδα της Δαμασκηνιάς, η οποία με ένα χορό την καλεί να πάρει μέρος σ' ένα πάρτι με γλυκά, για να γιορτάσουν όλοι μαζί τη διάσωση του Πρίγκιπα.
Ο Πρίγκιπας χορεύει με την Κλάρα το γνωστό Pas de Deux (σκηνή 14).

Πριν από αυτό ακούγεται το μεγαλύτερο σε διάρκεια μέρος: το Βαλς των Λουλουδιών (σκηνή 13). Μια υπέροχη καντέντσα που παίζει η άρπα εισάγει την πανέμορφη λυρική μελωδία σε ρυθμό βαλς, που παίζεται κυρίως από τα έγχορδα.
Οι σκηνές περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο από το συνθέτη, ο οποίος ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όργανο Celesta.

Ο Χορός των Μιρλιτόνων είναι το προτελευταίο μέρος του Καρυοθραύστη, που πήρε το όνομα του από το γαλλικό πνευστό όργανο, που παίζεται συνήθως από παιδιά.
Τσαϊκόφσκι και Καρυοθραύστης

Είναι το 3ο και τελευταίο μπαλέτο που έγραψε ο Τσαϊκόφσκι.
Η πρεμιέρα δόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1892, στο θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης.
Είναι βασισμένο πάνω σε μια διασκευή ενός θέματος του E T A Hoffman, που αναφέρεται σε ένα παιδικό Χριστουγεννιάτικο πάρτι.
Σ΄ αυτό το έργο, το οποίο ο συνθέτης έγραψε στο τέλος της ζωής του, δεν φαίνεται καθόλου η δυστυχία που τον βασάνιζε εκείνη την εποχή.
Αντιθέτως, από τη μουσική βγαίνει μια μοναδική αίσθηση ξεγνοιασιάς και αθωότητας. Τον Απρίλιο του 1892, όταν προσπαθούσε να ολοκληρώσει την 1η πράξη, έμαθε τα δυσάρεστα νέα του θανάτου της αδελφής του Αλεξάνδρας.

Όταν ο Τσαϊκόφσκι έγραψε αυτό το έργο, ποτέ δεν πίστεψε στην αξία του, όπως ο ίδιος ομολόγησε αργότερα. Η μικρή του εισαγωγή είναι αυτή που δημιουργεί τις συνθήκες για τη νοητή ανάπλαση του κόσμου των παραμυθιών.

Ο Καρυοθραύστης παρουσιάστηκε μαζί με το έργο Iolantha (κι αυτό του Τσαϊκόφσκι) και έκανε μια αποτυχημένη πρεμιέρα. Ο Τσάρος τίμησε τη γενική πρόβα με την παρουσία του, εκφράζοντας την ευχαρίστησή του με ό,τι είδε.
Ο συνθέτης έγραφε την επόμενη ημέρα:
«Ο Μεγαλειότατος ευχαριστήθηκε πολύ χτες.
Ζήτησε επιμόνως να καθίσω στο θεωρείο μαζί του, γεμίζοντας με κολακευτικά σχόλια».

Το κοινό της πρεμιέρας ήταν λιγότερο οξυδερκές από τον Τσάρο. Οι κριτικοί ήταν φειδωλοί στους χαρακτηρισμούς τους, διαπιστώνοντας «έλλειψη δημιουργικότητας και φαντασίας στο νέο μπαλέτο».
Την αποτυχία διαπίστωσε και ο αδελφός του Πιότρ, ο Μόδεστος, σημειώνοντας:
«Η ντελικάτη ομορφιά του μπαλέτου δεν άγγιξε το κοινό με το πρώτο άκουσμα».
Κάτι σχετικό έγραψε κι ο ίδιος ο συνθέτης:
«Αυτό μου είναι εντελώς αδιάφορο. Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε.
Γνωρίζω, όμως, πως στο τέλος θα δικαιωθώ».

Πολλές υποθέσεις έχουν γίνει, χωρίς να βγει σίγουρο και ασφαλές συμπέρασμα, για το τι ήταν αυτό που προκάλεσε την αποτυχία της πρεμιέρας.
Ένα στοιχείο ήταν η ασθένεια του χορογράφου Marius Petipa, του οποίου η εντυπωσιακή χορογραφία είχε συντελέσει σε μεγάλο βαθμό στο θρίαμβο της Ωραίας Κοιμωμένης, δύο χρόνια νωρίτερα.
Αυτή τη φορά ο Πετιπά είχε ακυρώσει τη συμμετοχή του στον Καρυοθραύστη λόγω της ασθένειάς του.
Αποτέλεσμα της αποχής του Πετιπά ήταν η αποδυνάμωση του σεναρίου και
της μουσικής από την ατελή χορογραφία, στοιχεία αλληλένδετα σε ένα μπαλέτο.

Μερικοί είπαν πως η πρεμιέρα απέτυχε εξαιτίας της μητριαρχικής φιγούρας που έβγαινε μέσα από τη Νεραϊδοβασίλισσα. Ήταν και η χορεύτρια με το σχετικό ρόλο, που εξέτεινε τη δραματική έκφραση του ρόλου της στα άκρα.
Τα παιδιά που συμμετείχαν στη σκηνή φάνηκαν να κινούνται απροσδιόριστα πάνω στη σκηνή. Το ρωσικό κοινό γνώριζε πολύ καλά τι ήταν καλό και τι κακό, σε τέτοιες περιπτώσεις.

Όποια κι αν ήταν η αιτία, το έργο απέτυχε να σαγηνεύσει το μάτι και το αυτί του κοινού της εποχής, σε αντίθεση με τα δύο μπαλέτα που προηγήθηκαν:
τη Λίμνη των Κύκνων και την Ωραία Κοιμωμένη.
Σήμερα πιστεύουμε πως ο Καρυοθραύστης είναι έργο πλούσιο σε μελωδία και ρυθμό, άψογο από τεχνική άποψη, με πολλά καλοβαλμένα δραματικά στοιχεία.

Τότε στην Αγία Πετρούπολη το μπαλέτο έκανε μόλις 14 παραστάσεις,
ενώ πέρασαν 27 ολόκληρα χρόνια για να ανέβει στη Μόσχα.
Πέρασαν 40 χρόνια για να φτάσει στο Λονδίνο, το 1932, και χρειάστηκε ακόμη 10 για τις ΗΠΑ!
Σήμερα δεν περνούν Χριστούγεννα χωρίς τη μουσική του Τσαϊκόφσκι,
χωρίς τον Καρυοθραύστη.

Yasmin
04-11-09, 18:01
Δεν θα σ' αφήσω ποτέ. Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι κοντά σου. Θα σε κρατώ στην αγκαλιά μου, θα σε χα'ι'δεύω όπως τώρα και θα σε προστατεύω με τη δύναμη της αγάπης μου. Ό,τι κι αν γίνει στ' ορκίζομαι...


Μου το είπε ένας άγγελος-Καίτη Οικονόμου

NightWish
04-11-09, 18:46
Μην δίνεις τόσο εύκολα!

Δεν έχω θυμό μέσα μου!

Δεν έχω έχθρα για κανέναν!

Όμως μέσα μου κοιμάται μια λύπη!

Πρόσεχε μην μου την ξυπνάς!

Κι η λύπη όταν την ξυπνάς γίνεται θάνατος!


Μη μου ξυπνάς τη λύπη μέσα μου...

Άστη να κοιμηθεί, να γαληνέψει και να ξεχαστεί...

Θα 'θελα να μπορούσα να θυμώσω και να φωνάξω...

Να ξεσπάσω, να κλάψω, να εκδικηθώ...

Μόνο που τίποτα από αυτά δεν θέλω να κάνω...

Το μόνο που θέλω είναι να κοιμήσω την λύπη μου..

Να την κοιμήσω και να την ξεχάσω..

Όπως κάνω ότι ξεχνώ τόσα πράγματα...

Κι ας μην τα ξεχνώ...


Σε θυμάμαι να μου λες, πως πρέπει στον εχθρό να χαμογελώ, γιατί έτσι τον απνικοβάλω...

Σου χαμογελώ και σε κοιτώ στα μάτια...

Τώρα πια, ξέρω, τα ψέματα πίσω από τις καλά κρυμμένες αλήθειες σου...

Είναι όλα ξεκάθαρα πια..

Χάθηκε η ομίχλη, διαλύθηκαν τα σύννεφα κι η ομορφιά και η ασχήμια

μας κοιτούν κατάματα...

Μην μου ξυπνάς αυτά που αφήνω να κοιμούνται..

Είναι επιλογή να κάνω την χαζή..

Κι ίσως είναι η σοφότερη επιλογή απ' όλες...


http://www.greatbluemarble.com/_borders/redrose_sm_clr.gif


William Shakespeare

xenos@
04-11-09, 21:18
Οταν μου απλώνεις το μικρό σου χέρι,
Που τόσα ανείπωτα λέει,
Σε ρώτησα ποτέ μου
Αν μ'αγαπάς;

Μα δεν θέλω να μ'αγαπάς,
Θέλω μονάχα να σε νοιώθω κοντά
και πως εσύ καμμιά φορά σιωπηλά και σιγανά
Το χέρι σου να μου απλώνεις.

Ερμαν Έσσε

NightWish
05-11-09, 08:30
Θέλω να πω κάτι που το έχω ξαναπεί...

αλλά επειδή μ' αρέσει και αυτή είναι η στάση μου...

θέλω να το ξαναπώ..

Δεν θέλω να μπαίνω στις ψυχές των ανθρώπων

με λασπωμένα παπούτσια...

Αν κάποιος το κάνεις σε μένα..

εξαγριώνομαι...




Τ.Τσανακλίδου

NightWish
05-11-09, 14:20
Μια φορά κι έναν καιρό, ψηλά στο βουνό ζούσε μια οικογένεια λύκων.

Και λέω ακόμα, γιατί στις μέρες μας οι λύκοι έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν πολύ λίγοι, κι αυτούς τους συναντάς σπάνια, για να μην πω σχεδόν ποτέ, και φυσικά πρέπει πρώτα να πας και στο βουνό.
Αυτή η λυκο-οικογένεια που λέτε λοιπόν, ζούσε όμορφα και καλά, αλλά και καμιά φορά άσχημα και δύσκολα, όπως οι συνηθισμένες οικογένειες.

Μια χειμωνιάτικη, συννεφιασμένη και βροχερή μέρα, η μαμά λύκαινα είπε στο λυκόπουλο της.
-"Γλυκούλι μου, η γιαγιάκα σου που μένει στην άλλη άκρη του δάσους, είναι βαριά άρρωστη και δεν έχει τίποτε να φάει. 'Ασε που σε κείνη την πλευρά του δάσους, οι κυνηγοί, δεν έχουν αφήσει σχεδόν τίποτα που να κινείται. Πάρε σε παρακαλώ, αυτό το καλαθάκι που έχει φαγητό να της το πας. Όμως πρόσεξε! Μην μιλήσεις σε κανέναν στον δρόμο. Όπως χάλασε ο καιρός έτσι χάλασε κι ο κόσμος"

Αυτό το τελευταίο, το μικρό λυκάκι δεν το πολυκατάλαβε, αλλά δε ρώτησε να μάθει περισσότερα. Ξεκίνησε πρόθυμα να πάει στην άλλη άκρη του δάσους. Βλέπετε, άκουγε τους γονείς του και δεν ήταν τεμπελόλυκο.

Όμως, ήταν πολύ επικίνδυνο πράγμα να διασχίσει μόνο του ολόκληρο το δάσος, επειδή, ακριβώς στη μέση του δάσους, περνούσε η νέα εθνική οδός. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν σαν σφαίρες και δεν σταματούσαν ποτέ. 'Αντε να περάσεις απέναντι χωρίς φανάρια και διαβάσεις.

Στεκόταν λοιπόν, το καλό μας λυκάκι, στην άκρη του δρόμου και περίμενε να σταματήσει λίγο η κίνηση για να μπορέσει να περάσει.

Το λυκάκι ξαφνιάστηκε τόσο, που ξέχασε πως η μανούλα του είχε πει να μη μιλήσει σε κανέναν.

-"Περιμένω να περάσω απέναντι", είπε στην κυρία που φορούσε κίτρινο αδιάβροχο μπουφάν με κουκούλα.
-"Και τι θα κάνεις απέναντι;" το ρώτησε κέινη, κοιτάζοντας με περιέργεια το σκεπασμένο καλαθάκι του.
-"Να, αρρώστησε η γιαγιά μου και της πάω λίγο φαγητό".


Η Κιτρινοσκουφίτσα χαμογέλασε πονηρά και του είπε.
-"Έχω ακούσει, πως στους αρρώστους κάνει πολύ καλό να πίνουν τσάι του βουνού.Άμα θες, να σου δείξω από που να το μαζεψεις.
Θα κάνει καλό στη γιαγιά σου, θα της μαλακώσει το λαιμό και θα φάει καλύτερα αυτά που της πας.

Το λυκάκι δέχτηκε.Η κιτρινοσκουφίτσα, το κράτησε από το χέρι προσταυτευτικά και περάσανε μαζί απέναντι.Μετά, αφού με αυτόν τον τρόπο κέρδισε την εμπιστοσύνη του, του έπιασε συζήτηση για να μάθει που ακριβώς έμενε η γιαγιά του, και τελικά του έδειξε που να πάει για να μαζέψει τσάι του βουνού.

Επίτηδες, το έστειλε κάπου μακριά για να το καθυστερήσει, επειδή είχε καταστρώσει ένα πονηρό σχέδιο. Κι ενώ είχε στείλει το λυκάκι σε αντίθετη κατεύθυνση, εκείνη έτρεξε γρήγορα-γρήγορα κατευθείαν στη φωλιά της γιαγιάς.

Τακ-τακ, χτύπησε την πόρτα της φωλιάς.
-"Ποιος είναι;" ακούστηκε μια άρρωστη φωνή από μέσα.
-"Εγώ, το εγγονάκι σου, το μικρό λυκάκι σου, άνοιξε καλή μου γιαγιάκα!" είπε με γλυκιά και καλοσυνάτη φωνή η κιτρινοσκουφίτσα.
-"Και γιατί δεν έχεις χοντρή φωνή;" ρώτησε η γιαγιά.
"Ωχ, την πάτησα!" σκέφτηκε από μέσα της, αλλά γρήγορα τα μπάλωσε η πονηρή.
-"Για να σε φωνάζω καλύτερα και να μ' ακούς", απάντησε αμέσως.
Η γιαγιά άνοιξε την πόρτα και κοίταξε παραξενεμένη την κιτρινοσκουφίτσα από πάνω μέχρι κάτω.
-"Και γιατί δεν έχεις τριχωτά χέρια;" ξαναρώτησε η γιαγιά.
-"Έκανα αποτρίχωση με λέϊζερ για να σε αγκαλιάζω καλύτερα", ξαναβρήκε γρήγορα μια δικαιολογία η κιτρινοσκούφω.

-"Και γιατί δεν έχεις μεγάλη μύτη";
-"Έκανα πλαστική εγχείρηση γιατί με κορόιδευαν οι φίλοι μου".
-"Και γιατί δεν έχεις μεγάλα δόντια";
-"Μου 'πε ο ορθοδοντικός να βάλω σιδεράκια για να στρώσουν".
-"Και γιατί δεν έχεις μεγάλα μάτια;
-"Γιατί μεγάλωσα κι επειδή τα μάτια μας παραμένουν πάντα ίδια, τώρα σου φαίνονται μικρά".
-"Και γιατί ντύθηκες στα κίτρινα";
-"Γιατί είναι το χρώμα της κακίαααας...", είπε η κιτρινοσκουφίτσα κι όρμησε απρόσμενα πάνω στην άρρωστη γιαγιά.

Τι μπορούσε να κάνει μια απροστάτευτη γιαγιά και μάλιστα άρρωστη; Στο τέλος, νίκησε η νέα και μοχθηρή κιτρινοσκουφίτσα. Έδεσε τη γιαγιά, τη φίμωσε και την κλείδωσε στη ντουλάπα. Έβγαλε το κίτρινο αδιάβροχο που φορούσε και το 'βαλε κι αυτό στη ντουλάπα μαζί με τη γιαγιά. Έριξε πάνω της μερικές από τις τρίχες της γιαγιάς που βρισκόταν παντού και περίμενε. (Βλέπετε, η γιαγιά ήταν πολύ γερασμένη και μαδούσε συνέχεια).

Περίμενε λοιπόν και περίμενε, και περίμενε, και περίμενε... έσκασε να περιμένει.
Μετά από πολλή ώρα, έφτασε το καλό λυκάκι και χτύπησε την πόρτα. Είχε δυσκολευτεί αρκετά το καημενούλι, να βρει το τσάι και το δρόμο της επιστροφής για τη γιαγιά του. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο για να την ευχαριστήσει και να μαλακώσει τον λαιμό της.

Η κιτρινοσκούφω του άνοιξε με σκυφτό το κεφάλι για να μην την αναγνωρίσει. Το λυκάκι την κοίταξε περίεργα.
-"Καλέ γιαγιάκα, δεν μου φαίνεσαι και τόσο άρρωστη. Σα να ξανάνιωσες εσύ"!
-"Είναι από τη χαρά μου που σε είδα", του απάντησε κείνη, που είχε εξασκηθεί πιο πριν στις απαντήσεις με τη γιαγιά κι είχε γίνει ετοιμόλογη.
-"Θα ερχόμουνα πιο νωρίς, αλλά άργησα λιγάκι για να σου μαζέψω τσάι του βουνού. Να, κοίτα γιαγιάκα!" είπε περήφανο το λυκάκι και της έδωσε με καμάρι το ματσάκι του τσαγιού.

-"Ευχαριστώ, ευχαριστώ παιδάκι μου", είπε κείνη υποκριτικά κι άπλωσε τα χέρια της να το πάρει.
-"Καλέ γιαγιά, τώρα που σε προσέχω καλύτερα, πω-πω! τι λίγες τρίχες που σου απέμειναν"!
-"Ε, γέρασα πια", είπε τάχα κουρασμένα η κιτρινοτέτοια.
-"Καλά μου το 'λεγε λοιπόν η μανούλα πως μαδάς τώρα που γέρασ..."
-"Εεεεεε..., άσε τα πολλά λόγια επιτέλους και μπες μέσα σκασμένο! Τόση ώρα σε περιμένω", έχασε την υπομονή της η κιτρινοπουείπαμε και το τράβηξε απότομα στη φωλιά.
Όρμησε αμέσως επάνω του και προσπάθησε να το δέσει και να το φιμώσει κι αυτό όπως τη γιαγιά του. Όμως το λυκάκι ήταν γερό, μικρό κι ευέλικτο και της ξέφυγε.
-"Ου-ου...!" άρχισε να φωνάζει το λυκάκι κι έτρεχε γύρω-γύρω.
-"Φτου-φτου!" είπε η κιτρινοσκουφίτσα κι άρχισε να τρέχει ξοπίσω του μέσα στη φωλιά.
Για καλή τύχη του λυκάκου και κακή της κιτρινοσκούφως (έτσι είναι η ζωή - πάντα έχει δυο πλευρές), εκείνη τη στιγμή περνούσαν απ' έξω δύο οικολόγοι. 'Ακουσαν τις φωνές του λυκόπουλου και τρέξαν αμέσως να δουν τι συμβαίνει. Έπιασαν την μοχθηρή κιτρινοατυχίτσα, σώζοντας το γλυκό λυκάκι από τα χέρια της κι ελευθέρωσαν την δύστυχη γιαγιά από την ντουλάπα.

-"Σ' αυτή την περιοχή οι λύκοι είναι προστατευόμενο είδος", της είπαν. "Απαγορεύεται να τους πειράζεις".
-"Ήθελα να τους μάθω κρυφτό και κυνηγητό", προσπάθησε να δικαιολογηθεί η κιτρινοψευτίτσα.
Να μην τα πολυλογώ, την πήγανε στο αυτόφωρο κι εκεί ομολόγησε πως ήθελε τους λύκους για ένα καινούργιο θέαμα σε τσίρκο με άγρια ζώα. Και νομίζω μαντεύετε ποιος απ' όλους τελικά κατέληξε σε κλουβί!
Κι έτσι, ζήσανε οι προστατευόμενοι λύκοι γλυκά κι εμείς γλυκύτερα.

Α, να μη ξεχάσω!



Ο ένας από τους δύο οικολόγους, είπε στο λυκάκι, πως καλύτερο κι απ' το τσάι του βουνού για τους αρρώστους είναι η μαντζουράνα.
Κρατήστε κι εσείς αυτή τη συμβουλή. Ίσως σας χρειαστεί κάποτε.



http://karavaki.pblogs.gr
__________________

GERI H
05-11-09, 15:31
Το ψωμί (Μίλτος Σαχτούρης)

Ένα τεράστιο καρβέλι, μία πελώρια φραντζόλα ζεστό

ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό

ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι

έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,

όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος,

κι αυτή

μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε

κομμάτια γνήσιο ουρανό

κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,

όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!

Ας μην το κρύβουμε.

Διψάμε για ουρανό.

-Χάρης-
05-11-09, 15:41
Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό...
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να 'ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»

xenos@
06-11-09, 08:07
απαντηση απο παιδακια στην ερωτηση "τι ειναι αγαπη"

bασίλης 4 ετών
Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι άφτερ σέιβ και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλο.

Κάρολος 5 ετών
Αγάπη είναι όταν βγαίνεις γιά φαγητό και δίνεις στον άλλο τις μισές τηγανιτές σου πατάτες χωρίς να του ζητήσεις να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του.

Λευτέρης 4 ετών
Αγάπη είναι όταν η μαμά φιάχνει καφέ γιά τον μπαμπά και πίνει πρώτα μιά γουλιά εκείνη γιά να δεί αν τον πέτυχε.

Δανιήλ 7 ετών
Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις συνέχεια να είσαι μαζί με τον άλλο και να μιλάτε.

Αιμιλία 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα κι ανοίγεις τα δώρα, αν σταματήσεις το άνοιγμα θα ακούσεις την αγάπη.

Τζένη 8 ετών
Η αγάπη είναι όταν λες σε ένα αγόρι ότι σου αρέσει το πουκάμισό του κι αυτός το φοράει μετά κάθε μέρα.

Κλαίρη 6 ετών
Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στο μπαμπά την καλύτερη μερίδα φαί.

Μαριάννα 4 ετών
Ξέρω ότι η αδελφή μου μ' αγαπά γιατί μου δίνει όλα τα ρούχα της ακόμα κι άν πρέπει να βγεί έξω και να αγοράσει άλλα.

Αλεξάνδρα 4 ετών
Όταν αγαπάς κάποιον οι βλεφαρίδες σου ανοιγοκλείνουν και βγάζουν αστεράκια.

Μάρκος 6 ετών
Δεν πρέπει να λές σ' αγαπώ αν δεν το εννοείς. Αλλά αν το εννοείς πρέπει να το λες συνέχεια γιατί οι άνθρωποι ξεχνάνε....

xenos@
07-11-09, 12:57
Ανεβηκε ψηλα πολύ ,
δεν τον χωρουσε ο τοπος ...
Δεν ηθελε να βλεπει χαμηλα.
Τανυσε τα φτερα του και πεταξε
Εποπτης περηφανος... Μονος ...
Κυριαρχος των αιθερων Και της πτησης του.
Κυριαρχος της μοναξιας του.
Στροβιλισμος ανοιγμα των φτερων
Φυγη απανω. ..
Αυτό σκεπτονταν την ωρα που σηκωθηκε
Στην πιστα , στο ακουσμα βαριου ζεμπεκικου.
Αετος , ανοιγω τα φτερα και πεταω και φευγω.
Το τραγουδι η μουσικη ο νταλκας, ο βραχνας
Το αδιεξοδο.
Ο αετος μαζι του απεναντι του επαιζε στον αερα
Πετουσαν διπλα διπλα...
Μεχρι που η φτερουγα του ενός διπλωσε.. Τσακισε, επεσε...
Για λιγο για τοσο λιγο ηταν αετος....

..................

-Χάρης-
07-11-09, 22:33
Ο γάμος της Ποντικούλας

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν μια οικογένεια ποντικών.
Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
- Ποιος είναι ο καλύτερος;
Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
- Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
- Δεν είσαι; και ποιος είναι;
- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
- Μα πώς; ρώτησαν.
- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

NightWish
08-11-09, 15:28
Έκλεισα όλα τα κουμπιά των θορύβων...

άδειασα κάθε σκέψη από το λίγο μυαλό μου

και πειθάρχησα για πρώτη φορά στον εαυτό μου...

Έκανα τα πάντα να σιωπήσουν γύρω μου...

Προκάλεσα την σιωπή για παρέα

και την ένιωσα ν' απλώνεται μέσα μου με καλοσύνη...

Δεν ξέρω πόσα πρόσωπα έχει η Ευτυχία..

αν έχει πολλά ή λίγα...

Απόψε μου έδειξε ένα από αυτά...

Μου χάρισε κάτι από την καλή πλευρά της ζωής...

Ένα αίσθημα ηρεμίας και θαλπωρής γέμισε την ψυχή μου...

NightWish
08-11-09, 15:29
Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη...


Στη συμπόνια είνια δύο..

αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει....


Στη καλοσύνη είναι δύο...

αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται...


Μα στην αγάπη είναι ένα...


Σμίγουν οι δύο και γίνοται ένα..


Δεν ξεχωρίζουν...


Το εγώ και εσώ αφανίζονται..


Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ........




Ν. Καζαντζάκης

-Χάρης-
09-11-09, 11:27
Η πεταλούδα

Κάποια μέρα ο Δημιουργός, ξεκουραζόταν και καθισμένος κοιτούσε μερικά παιδιά που έπαιζαν σε ένα χωριό, γελώντας και τραγουδώντας.

Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα γεράσουν. Το δέρμα τους θα ζαρώσει. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν. Τα δόντια τους θα πέσουν.
Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια μεγαλώνοντας θα γίνουν άσχημες γριές γυναίκες.
Αλλά ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι, τυφλοί και ψωριάρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.

Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός και ο ήλιος έλαμπε.

Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του φωτός στο έδαφος και τα κίτρινα φύλλα που τα παρέσυρε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Κοίταξε το γαλάζιο του ουρανού, το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά χαμογέλασε. Όλα αυτά τα χρώματα, σκέφτηκε, πρέπει να διατηρηθούν. Θα φτιάξω κάτι που θα με κάνει χαρούμενο, κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.

Έτσι ο Δημιουργός πήρε την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα: μια ηλιαχτίδα, μια χούφτα μπλε του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα όμορφα μαλλιά ενός κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια.

Αφού τα έβαλε όλα αυτά, στην τσάντα του, πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.Τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:
- Παιδιά, αυτό είναι για εσάς, τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε
- Ανοίξτε το, υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.

Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε εκατοντάδες πολύχρωμες πεταλούδες
ξεχύθηκαν έξω από αυτήν, πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.
Τα παιδιά γοητευμένα από το θέαμα, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο.
Τότε οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδάνε, ενώ τα παιδιά τις χάζευαν χαμογελώντας.

Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα πουλί ήρθε πετώντας και κάθισε στον ώμο του Δημιουργού, λέγοντας του:
- Δεν είναι σωστό, που έδωσες τα τραγούδια μας σε αυτά τα όμορφα νέα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσες και αλλού αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά, τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
- Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ότι σας ανήκει».

Έτσι πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες και γι' αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές.
- Ακόμα και έτσι είναι όμορφες!

NightWish
10-11-09, 07:24
Σώπα... και θα δεις...

κοίτα... και θ' ακούσεις...

Δεν είσαι πάνω.. ούτε κάτω...

Δεν είσαι έξω... μήτε μέσα...

Σαν το φτερό στον άνεμο... δεν έχεις ιδέα που είσαι...


Η ύπαρξη του κόσμου εξαρτάται.. από το αν τον κοιτάζεις ή όχι..


Θεοδοσία Κρικέτου

NightWish
10-11-09, 07:28
Η αγάπη είναι μια υπέροχη κακοτοπιά..

Όσοι βάλθηκαν να την εξερευνήσουν..

Δεν επέστρεψαν ποτέ..

Καλή τους ώρα..!



Οδυσσέας Ελύτης

-Χάρης-
10-11-09, 08:41
Το Δίκιο βασιλεύει ή το Άδικο;

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό δύο αδελφοί που τσακώνονταν ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο. Το δίκιο, έλεγε ο μικρός, το άδικο, έλεγε ο μεγάλος, και κάποια στιγμή ο μικρός εκνευρίστηκε κι είπε στον μεγάλο:
«Ξέρεις κάτι; Θα βάλουμε στοίχημα και θα κρίνει ο δεσπότης, κι αν κυβερνάει το δίκιο θα σου βγάλω τα μάτια, αν κυβερνάει το άδικο θα μου βγάλεις εσύ τα μάτια».
Ο μεγάλος δέχτηκε και ξεκίνησαν να ρωτήσουν το δεσπότη.
Στο δρόμο αντάμωσαν ένα γέρο και του είπαν:
«Άκου, παππούλη, θέλουμε να σε ρωτήσουμε κάτι»
κι αυτός αποκρίθηκε:
«Αν με ρωτήσετε, θα σας απαντήσω».
Τον ρώτησαν λοιπόν:
«Ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο»
κι ο γέρος απάντησε:
«Το άδικο, παλικάρια μου»
«Τ' ακούς, μικρέ;» είπε τότε ο μεγάλος αδελφός, «έλα τώρα να σου βγάλω τα μάτι». Αλλά ο μικρός απάντησε:
«Η συμφωνία μας ήταν ν' αποφασίσει ο δεσπότης, όχι αυτός ο γέρος».
Συνέχισαν λοιπόν το δρόμο τους ώσπου αντάμωσαν έναν καλόγερο και του είπαν: «Άγιε πατέρα, θέλουμε να σε ρωτήσουμε κάτι», κι αυτός αποκρίθηκε:
«Αν με ρωτήσετε θα σας απαντήσω».
Τον ρώτησαν λοιπόν:
«Πες μας, ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο»
κι αυτός απάντησε:
«Το άδικο».
Φώναξε τότε ο μεγάλος αδελφός.
«Τ' ακούς, μικρέ; Έλα τώρα να σου βγάλω τα μάτια»
Αλλά ο μικρός του αντιγύρισε: «Θα κρίνει ο δεσπότης και κανένας άλλος».
Έφτασαν τέλος στο δεσπότη, τον προσκύνησαν και τον ρώτησαν:
«Ποιος κυβερνάει τον κόσμο, Δέσποτα; Το δίκιο ή το άδικο», κι ο δεσπότης απάντησε:
«Το άδικο». Είπε τότε ο μεγάλος αδελφός στον μικρό:
«Κάτσε τώρα να σου βγάλω τα μάτια», κι ο μικρός αποκρίθηκε:
«Πάμε ως εκείνο το πηγάδι, να κάτσω εκεί και να ζητιανεύω ψωμί απ' τους περαστικούς, για να μην πεθάνω απ' την πείνα.
Πήγαν λοιπόν μαζί στο πηγάδι, που το ίσκιωνε ένας μεγάλος πλάτανος, κι εκεί ο μεγάλος αδελφός έβγαλε τα μάτια του μικρού κι έφυγε.
Ο μικρός αδελφός αφού κάθισε εκεί κάμποση ώρα, πείνασε πολύ κι είπε μέσα του: «Πριν πεθάνω απ' την πείνα, καλύτερα να σκαρφαλώσω στο δέντρο και να φάω φύλλα».
Καθώς λοιπόν καθόταν πάνω στο δέντρο κι έτρωγε τα φύλα του, νύχτωσε και μαζεύτηκαν από κάτω βελζεβούληδες, κι ο γεροντότερος απ' αυτούς ρώτησε τον νεότερο:
«Τι έκανες σήμερα;»
«Διαόλισα δυο αδελφούς, που ο ένας έλεγε πως βασιλεύει το άδικο κι ο άλλος το δίκιο, και χόλιασα τον μεγάλο τόσο πολύ που έβγαλε τα μάτια του μικρού».
Τότε ο γερο-διάβολος ρώτησε τον δεύτερο διάβολο:
«Κι εσύ τι έκανες;»
Αυτός απάντησε: «Εγώ διαόλισα δυο άλλους αδελφούς, που πρώτα ζούσαν μονοιασμένοι, κι άρχισαν να τσακώνονται για ένα κλήμα που ανήκει και στους δύο. Τους πήρα το τσαπί για να μην μπορούν να κόψουν το κλήμα, κι ελπίζω αύριο να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο».
Τότε ο γεροδιάβολος ρώτησε τον τρίτο διάβολο τι είχε καταφέρει, κι αυτός απάντησε: «Αναποδογύρισα το παιδί στην κοιλιά της βασίλισσας, για να μην μπορεί η βασίλισσα να γεννήσει και να πεθάνει».
Ήρθε τότε η σειρά του τέταρτου διάβολου, που ήταν κουτσός, κι όταν ο αρχιδιάβολος τον ρώτησε τι είχε κάνει, αυτός απάντησε:
«Δεν έκανα τίποτα».
Τον άρπαξαν τότε οι άλλοι και τον έδειραν κι αυτός θύμωσε τόσο πολύ που φώναξε: «Μακάρι να έρθει εδώ ο άνθρωπος που έχασε το φως του και να πάρει απ' αυτή τη στάχτη, να την ανακατέψει με το νερό του πηγαδιού και ν' αλείψει τα μάτι του , για να ξαναβρεί το φως του. Μακάρι να έρθουν εδώ οι αδελφοί και να πάρουν το τσαπί για να ξεριζώσουν το κλήμα. Μακάρι να έρθει εδώ η βασίλισσα και να πιει απ' αυτό το νερό, για να ξεγεννήσει και να μείνει ζωντανή».
Λάλησε τότε ο άσπρος πετεινός κι αμέσως οι διαβόλοι τα μάζεψαν για να φύγουν, λάλησε έπειτα ο μαύρος πετεινός και σκόρπισαν, και στο μεταξύ πήρε να χαράζει.
Ο τυφλός κατέβηκε τότε απ' τον πλάτανο, έψαξε να βρει τη στάχτη, άλειψε τα μάτι μ' αυτή και με το νερό του πηγαδιού και ξαναβρήκε το φως του. Γέμισε έπειτα με νερό τη νεροκολοκύθα του, πήρε μαζί του την τσάπα που είχαν αφήσει εκεί οι διαβόλοι, πήγε στο κλήμα, που έκανε του ς δυο αδελφούς να τσακώνονται, και το ξερίζωσε. Έπειτα πήγε στους δυο αδελφούς και τους ρώτησε για ποιο πράγμα μάλωναν. Αυτοί του απάντησαν:
«Έχουμε ένα κλήμα που ανήκει και στους δυο μας και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στη μοιρασιά του.
Τότε αυτός είπε: «Το κλήμα ξεριζώθηκε», και τα δυο αδέλφια φώναξαν με μια φωνή:
«ο Θεός να στ' ανταποδώσει!», κι από τότε άρχισαν να ζουν πάλι μονοιασμένοι.
Από εκεί ο μικρός αδελφός πήγε στη βασίλισσα και χτύπησε την πόρτα της. Οι υπηρέτες του βασιλιά δεν ήθελαν να τον αφήσουν να μπει, αυτός όμως επέμενε πως έπρεπε να μιλήσει στη βασίλισσα, κι εκεί που λογόφερνε με τους υπηρέτες ο βασιλιάς άκουσε το θόρυβο και πρόσταξε να τον αφήσουν να μπει. Σαν του έφεραν το ζητιάνο, τον ρώτησε:
«Μήπως ξέρεις κανένα γιατρικό για τη βασίλισσα», κι αυτός αποκρίθηκε:
«Ναι, ξέρω ένα και το έχω μαζί μου, και το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ποτήρι νερό».
Του έφεραν τότε ένα ποτήρι νερό, αυτό έχυσε το μισό νερό κι έριξε μέσα το νερό του πηγαδιού, που είχε μαζί του, και μόλις η βασίλισσα ήπιε το νερό έγινε καλά και γέννησε ένα αγόρι.
Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ που φόρτωσε το γιατρό με πολύτιμα δώρα και του είπε να του ζητήσει μια χάρη. Αυτός απάντησε:
«Ο τόπος μου δεν είναι παρά ένα χωριουδάκι. Θέλω να τον κάνεις ένα μεγάλο χωριό και να μου χτίσεις εκεί ένα αρχοντικό σπίτι».
Τότε ο βασιλιάς του έδωσε τόσα χρυσά φλουριά όσα μπορούσε να κουβαλήσει ένα άλογο και του είπε:
«Πάρε αυτά τα λεφτά και χτίσε το χωριό και το σπίτι σου όπως τα θέλεις».
Έπειτα από λίγο καιρό, ο μεγάλος αδελφός γύρισε σπίτι του και ρώτησε τη γυναίκα του.
«Σε ποιόν ανήκουν όλ' αυτά τα καινούργια σπίτια;»,
κι αυτή του απάντησε: «Δεν ανήκουν σε κανέναν άλλο απ' τον αδελφό σου». Φώναξε τότε αυτός:
«Δεν είναι δυνατό, αφού του έβγαλα τα μάτια», κι έτρεξε να βεβαιωθεί μόνος του. Ο αδελφός του τον υποδέχτηκε πολύ φιλικά, τον έβαλε να καθίσει στην τιμητική θέση και του πρόσφερε καφέ και γλυκά.
Ρώτησε τότε ο μεγάλος:
«Για πες μου, πώς κατάφερες να ξαναβρείς το φως σου και να κερδίσεις τόσα λεφτά;».
Ο μικρός αδελφός απάντησε τότε:
«Πάντα σου το 'λεγα πως το δίκιο κυβερνάει τον κόσμο, ενώ εσύ επέμενες πως κυβερνάει το άδικο».
Και πριν αποσώσει τα λόγια του, ο αδελφός του σωριάστηκε στο πάτωμα νεκρός.

NightWish
10-11-09, 15:55
Αγαπάς;

Το φωνάζεις..

Το ζωγραφίζεις..

Το τραγουδάς..


Χτυπάς τη πόρτα του νύχτα μες στη βροχή και φεύγεις αφήνοντας στο κατώφλι του τη καρδιά σου..


Πολεμάς..

Άλλοτε νικάς άλλοτε χάνεις..

Νικάς τον εγωισμό.

Χάνεις απλά λίγα δάκρυα.

Δε ζητάς κάτι πέρα από τα αυτονόητα.

Και αν αυτά τα αυτονόητα δε σου δοθούν,

Απλά φεύγεις..
Με το κεφάλι ψηλά.

Δεν είναι ντροπή.

Αν ντρέπεσαι τότε δεν αγαπάς..

Δεν έχεις αγαπήσει.

Ποτέ σου και κανέναν.

Τόλμα..

Η αγάπη είναι δύναμη.

Θα σου γεμίσει κάθε κύτταρο και θα ξεχειλίσεις από αυτή.

Δε τη κρατάς μόνο για' σένα.

Την εκπέμπεις.

Θες δε θες.

Σ' εκείνον και στους άλλους.


Είναι η σκόνη των αστεριών..


είναι το χρώμα του ουρανού όταν είναι καθαρός.


είναι ο ήλιος όταν καίει και σε τυφλώνει..


είναι η μοναξιά της νύχτας και της πανσελήνου..



Είναι η Ζωή..

Η κάθε μορφή της.

Το τέλος και η αρχή της.

Ένα πραγματικό κίνητρο να θες να γεννηθείς.

Και όταν πεθαίνεις από αυτή μόνο τότε καταλαβαίνεις ότι ήσουν ζωντανός.

Αλλιώς είσαι ένα περιπλανώμενο και χωρίς ουσία πλάσμα.



" Στο δειλινό σου να κρυφτώ,


τότε που φεύγεις, που μ' αποφεύγεις


και σε κυνηγώ..


Μέσα στη νύχτα να σε συναντώ,


αγάπη αν είναι αυτό,


θα' ρχομαι μαζί σου.. "

xenos@
10-11-09, 20:40
όλη τη νύχτα χτύπαγα το κουδούνι σου
μα δεν ήσουνα πάνω.
Μη σε νοιάζει... όταν ο κόσμος περνούσε
έκανα πως ψάχνω την τσάντα μου. Ξέρω γω...
έτσι έκανα πάντα.
Δεν ήτανε τίποτα σοβαρό δεν ήθελα να σε τρομάξω πάλι
ήθελα μονάχα να σου πω να πάμε να παίξουμε.
Από την άλλη μεριά δεν περνάν αυτοκίνητα
αλήθεια σου λέω
μονάχα καρότσια την πρωτομαγιά κι ακόμα
είναι Νοέμβρης
πάρε αν θες και τ'άλλα παιδιά μην τους αφήσουμε γέρους
πίσω απ'το ταχυδρομείο-σκύψε να σου πω-
είναι μια ξύλινη γέφυρα που ενώνει τ'αστέρια
άμα με πάρεις καβάλα στους ώμους σου
θα κατεβάσω μερικά.
Αν έχεις δουλειά αυτό τον καιρό δεν πειράζει.
Πάμε μια άλλη φορά.
Μόνο μη βγεις
να κοιμηθείς νωρίς
να ξεκινήσουμε πρωί πριν βγει ο ήλιος.
Πριν πιο πριν τότε που βγαίνουνε οι αθλητικές
εφημερίδες
αν θες είναι καλύτερα-καλύτερο-
να κοιμηθούμε αγκαλιά
δε θα βήχω τη νύχτα
δε θα τραβάω τα σεντόνια
θα λουστώ
θα'μαι φρόνιμη
ακούνητη
θα'μαι σαν πεθαμένη
μη με ξεχάσεις όμως το πρωί
γιατί έχω ακούσει πολλούς ανθρώπους έτσι
που τό'καναν για να μην ενοχλούν τους δίπλα
ή κι έτσι γι'αστείο
και δεν ξαναξυπνήσανε
κι ούτε που παίξανε
ποτέ.
..............................

Κατερινα Γωγου

NightWish
12-11-09, 09:22
Κρυώνεις πολύ απόψε...
Πάγωσες...
Κι εγώ σε νιώθω...
Δεν εχεις τίποτα να σκεπαστείς...
Ούτ' ένα φιλί...
Πόσο μετράει, αλήθεια, αν εγώ σε νιώθω;
κι αυτή η καταιγίδα που σε πήρε το κατόπι...
δε λεει να σταματησει πια....
Αιώνες χτυπάνε πάνω σου οι στιγμές..
Να πάρει η οργή... Είδες;
Πόσο ανέτοιμο σε βρίσκει πάντα...
Πόσο γυμνό..
Πόσο ακάτεχο...
Που είναι οι αποφάσεις που έπαιρνες...
"Την άλλη φορα" έλεγες.. Θα ξέρω...
Θα 'χω ετοιμάσει καταφύγια..
Θα 'χω φυλάξει κουβέρτες για την πάρτη μου..
Μην απορείς.. Δεν είσαι εσύ που δεν τα καταφέρνεις...
Ετσι συμβαίνει σ' όλους μας..

http://mrbongo1.homestead.com/files/heart.gif

Α. Παπαδάκη

NightWish
13-11-09, 15:34
Άμα πεινάς, το ξέρεις... Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου..

Άμα κρυώνεις, το ίδιο...

Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί τι είναι η αγάπη;

Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα.. Είπε πως είναι κάτι σα φωτιά.. Μα είναι;

Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σα δοξαριά

Τι είναι, τέλος πάντων...

Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε "αγάπη", είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα.. Ομορφιά!!

Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ' ένα έρημο δάσος...

Αν δεν τ' ακούσει κανείς... είναι κελάηδημα;

Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει

πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ' αυτό, και τα κάνανε θάλασσα..

Αυτοί για αγάπη!!... Τα μωρά ξέρουν περισσότερα..

Ένα λουλούδι είπε: "Αγάπη; είμαι εγώ.."

Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα...

Ένας βαρκάρης θ' αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του..

Δε θα ξέρει να πει τίποτα.. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη; Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει.. Σε λιώνει...

Εσύ το βλέπεις...

Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι..

Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα...!

http://mrbongo1.homestead.com/files/heart.gif


Μ. Λουντέμης

NightWish
13-11-09, 19:41
Κάποτε μου ειπαν για την ομορφιά του ήλιου.. για την ανατολή...

μα εμένα πάντα με μάγευε η δύση...

έτσι όπως έσβηνε στην άκρη της θάλασσας με τα πιο όμορφα χρώματα...

με ταξέδευε σε μέρη που δεν γνώρισα.. μα...

σήμερα είδα την ανατολή στα μάτια σου..

σήμερα με πήγες εκεί που πάντα ήθελα να πάω...

κι ας μην ήσουν συνεπιβάτης στο όνειρο...

σήμερα ήσουν ότι θα είσαι πάντα για μένα..

η ανατολή της δύσης μου.. ψυχή μου...




Δέσποινα Βασιλειάδου

NightWish
13-11-09, 19:42
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα χωρίσουμε...

Από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο...

Θα ήθελα όμως να χωρίσουμε μαζί..

Όχι χώρια..



Νίκος Δήμου

NightWish
15-11-09, 08:34
- Η αγάπη όμως είναι ευχάριστο συναίσθημα. Γιατί μας οδηγεί στην καταστροφή και στον πόνο;

-« Η πραγματική αγάπη δεν είναι απρόσωπη! Χωρίς πόνο, η πραγματική αγάπη δεν υπάρχει, γιατί ο πόνος έρχεται όταν δοκιμάζεται η ένωση(δεσμός). Αγαπάς λιγότερο(έχεις συνδεθεί λιγότερο), πονάς λιγότερο όταν αυτός θα χαθεί(όταν ο δεσμός σπάσει). Αυτός που προσκολλάται, ουσιαστικά κάνει τις ανάγκες του άλλου δικές του ανάγκες. Όμως, όταν λέμε ότι έχουμε έννοια, ότι νοιαζόμαστε κάποιον, τί σημαίνει αυτό; Ότι θα χαιρόμαστε μόνο από την χαρά του; Όχι, η πραγματική ολότητα σημαίνει ότι πρέπει να πονάμε και με τον πόνο του, και όταν λέμε νοιάζομαι, σημαίνει φοβάμαι μην πάθει κάτι.
Αυτός που δεν προσκολλάται, το κάνει επειδή φοβάται μην αλλοιωθεί η οντότητά του από την ένωση και τους επακόλουθους χρωματισμούς στον καμβά της ψυχής του.
Άρα, εδώ είναι το Εγώ, που φοβάται μην διασπαστεί...,ζημιογόνος παράγοντας για την ένωση-αγάπη. Δεν υπάρχει τίποτα περίεργο σε μια καρδιά που αιμορραγεί. Όταν αυτό γίνεται, σημαίνει ότι οι τυμπανοκρούστες της παίζουν την μουσική της αληθινής αγάπης και ιδρώνουν από αγνό μεράκι!
Τα πιο όμορφα άνθη, γλυκέ μου, οδηγούνται στον θάνατο, για να δώσουν άρωμα και μερικά απ’ αυτά νανουρίζουν τους νεκρούς πάνω στους τύμβους, όταν τούς κακοπαίρνει ο ύπνος τις καλοκαιριάτικες νύχτες, και έτσι στη ζωή μου έχω δει το πιο μελαγχολικό πρόσωπο, να δίνει την πιο γλυκιά χαρά!».

- Άρα, αν πραγματικά αγαπάς κάποιον δεν θα απιστήσεις...(δεν θα τον απατήσεις…)

-« Ναι. Η απιστία δεν θέλει μαεστρία, απλά υπακούει στα κατώτερα ένστικτα, σε αντίθεση με την πίστη, που είναι ένα κομψό αραβούργημα των πιο εκλεκτών πετραδιών της ψυχής. Αλλά, εδώ τίθεται ένα ακόμα ζήτημα. Εκείνο του αυτοσεβασμού. Όταν πρωτοοικοδομείς μια σχέση, καλείσαι να υπογράψεις ένα αμοιβαίο, άγραφο και αδιόρατο συμβόλαιο, με την πένα της φιλαλήθειάς σου. Σ’ αυτό υπάρχουν κάποιοι όροι (κανόνες), που έχουν τεθεί από τα δύο άτομα και όχι από την κοινωνία ή τις επιθυμίες άλλων. Άν κάποια στιγμή πράξεις κάτι αντίθετο πρός αυτούς τους όρους(κανόνες), που έχεις θέσει εσύ, τότε δεν προδίδεις μόνο τον άλλον, μα πρωτίστως τον εαυτό σου και την ικανότητά σου ν' αντιλαμβάνεσαι τα όριά σου!
Όταν ο ουρανός της ηθικής συνείδησης είναι χωρίς σύννεφα, τότε αντικρίζεις καθάρια τον θεό της αγάπης, να ζωγραφίζει το ουράνιο τόξο της αφοσίωσης.
Αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται μονάχα από τον εξαγνισμό του ατόμου! Από την βιωματική συνείδηση ότι όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο κοιμούνται για να ξεχάσουν το άλγος, για να ξυπνήσουν με την χαρά αγκαλιαστά!
Μπορείς να την ονομάσεις συνείδηση της παγκοσμιότητας του πόνου και της χαράς.
Άρα, καταλαβαίνουμε την μεταμορφωτική σημασία του πόνου και πώς εκείνος, μέσα από βαλτοτόπια αδιαφορίας, θα μετασχηματίσει το άτομο σε ωκεανούς εποικοδομητικής συμπόνιας, που θα προσφέρουν τα λουτρά του καθαρμού στους ανθρώπους που υποφέρουν».

- Τι εννοείς με τον όρο αγνότητα;

-« Κατά την διάρκεια μιας πράξης που λαμβάνει χώρα στο πεδίο τις ύλης, τα ιερότερα συστατικά τις ψυχής, όπως η αγάπη, (την χαρά που παίρνεις από την χαρά που βιώνει ένας άλλος) και η ανιδιοτέλεια, επικαλύπτουν τα ζωικά ένστικτα που προστάζουν εγωιστική και ωφελιμιστική ικανοποίηση. Άρα, η αγνότητα είναι αγάπη και αντιτίθεται στις αρχές του ηδονισμού ».

- Άν η φύση των ενστίκτων μάς ωθεί στον ηδονισμό, και η αγνότητα ή αλλιώς το πνεύμα στην αγάπη, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αγάπη = θάνατος;

-« Ακριβώς! Πρέπει να μας ενδιαφέρει ο σκοτεινός ρομαντισμός! Ο ρομαντισμός του θανάτου δηλαδή, που εκφράζεται απόλυτα μέσα στην σταθερότητα της αγάπης και όχι στην παροδικότητα της φαινομενολατρείας τού έρωτος. Όταν αγαπάς, παύεις να επιθυμείς. Γιατί η επιθυμία, είναι η τάση ένωσης με κάτι ξένο. Αλλά, όταν αγαπάς είσαι ένα. Δεν επιθυμείς. ΕΙΣΑΙ. Πώς γίνεται να πεθάνει το άχρονο, το ατελεύτητο, το ατέρμονο και το αιώνιο; Δεν υπάρχει αγάπη με ημερομηνία λήξης! Υπάρχουν μόνο καρδιές που δεν χτυπάνε δυνατά. Να θυμάσαι Νοκτούρνε και μην λησμονήσεις ποτέ, αυτό που θα σου πώ. Η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, μονάχα οι κίβδηλοι εκφραστές της!».

Εκείνη την στιγμή ένιωθα ότι ήμουν ο πρωταγωνιστής σε ένα ονειρόδραμα, αλλά ποιος ήταν ο υφαντής, εγώ; Σίγουρα όχι, μα σ’ αυτή την νυχτερινή μυσταγωγία, γνώρισα τα θηλυκά αγνολούλουδα, εκείνα που μαραίνονται όταν ξεπροβάλλει ο ήλιος της λαγνείας...


Author: Αλέξανδρος Δεμικέλης

xenos@
15-11-09, 17:34
Ετσι συνηθως χανουμε τα πιο ωραια μας χρονια...
απο ενα τιποτα...
ενα αυριο που αργησε να 'ρθει η' ενα λυκοφως...
που κρατησε πολυ
.......................
Τασος Λειβαδιτης

NightWish
15-11-09, 19:04
Πάρε το βλέμμα σου από τα πόδια σου...

Κοίταξε πέρα, μακριά, στον ορίζοντα...

Εκεί σε περιμένει η ζωή.. Μπροστά...





Από το Τετράδιο της

Αλκυόνης Παπαδάκη

h mikrh ELLhNiS
15-11-09, 20:06
"...θα ήθελα τόσο πολύ να ήσουν κοντά μου τώρα.
Μου λείπεις κ αναρωτιέμαι αν έχουν νόημα όλα τούτα...
Η έλλειψή σου Εδώ πονάει περισσότερο.
Χίλιες φορές αποφάσισα να γυρίσω πίσω, με το ίδιο αεροπλάνο κ άλλες χίλιες το μετάνιωσα, τίποτα δεν έχει αλλάξει...
Μην νιώθεις άσχημα καρδιά μου... δεν φταις εσύ... Εγώ σ αγαπώ...Εσύ δεν έχεις ευθύνη για τίποτα.
Είναι αδύνατον τα όνειρα να βγουν αληθινά.
Θέλω να ξέρεις κάθε φορά που κοιτάς το φεγγάρι, ότι εγώ το ανάβω... για χάρη σου...
Όταν το φως του σε αγγίζει είμαι εγώ, αυτή που ονειρεύεται πως σε κρατάει αγκαλιά.
Τα μοναδικά που ανταλλάξαμε τα κρατώ σαν τον πολυτιμότερο των θησαυρών..
Ίσως γιατί έχω την βεβαιότητα ότι ήταν κ τα μοναδικά που θα πάρω από σένα.. Σ΄ αγαπώ..."

NightWish
15-11-09, 21:23
Μια φορά κι έναν καιρό, στον απέραντο βυθό της θάλασσας είχε το παλάτι της μία πανέμορφη σειρήνα.

Κάθε μέρα μετά το ηλιοβασίλεμα ανέβαινε πάνω στον αφρό, πάντα σ'ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου ήταν ένας μεγάλος βράχος. Εκεί καθόταν, αγνάντευε τα καράβια κι έπαιζε με την κιθάρα της μελωδικούς σκοπούς. Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια.

Μια μέρα όμως, ένα καράβι πέρασε τόσο κοντά της, που ο καπετάνιος του, μόλις την είδε, θαμπώθηκε από τη ομορφιά της και την ερωτεύτηκε παράφορα.

Τι να έκανε όμως? Το καράβι ταξίδευε και έπρεπε να φτάσει στο προορισμό του! Έπρεπε όμως να της μιλήσει. Να της πει πόσο πολύ ερωτευμένος είναι. Και να τι σκέφτηκε!

Πήρε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε τον καημό του, το έβαλε μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι, το έκλεισε με έναν φελλό και το έριξε στη θάλασσα λέγοντας:
Θάλασσα που σ'αγαπώ
Έλα πάρε τον καημό,
Στο'κλεισα στο μπουκαλάκι
Την κυρά σου έχω μεράκι.

Ύστερα ακούμπησε στην κουπαστή και κοιτούσε το μπουκάλι ώσπου χάθηκε από τα μάτια του.

Πέρασαν αρκετές μέρες και κάποια από αυτές η Σειρήνα ανέβηκε πάλι στον αφρό της θάλασσας και βρήκε το μπουκάλι να επιπλέει δίπλα της.

Το άνοιξε και διάβασε τι ήταν γραμμένο μέσα. Αμέσως έπεσε σε μεγάλη περισυλλογή. Τα όμορφα λόγια που διάβασε, έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά.

Τον αγάπησε μόνο μέσα από ένα κομμάτι χαρτί.

Έπρεπε να βρει τον καπετάνιο. Ναι! Έπρεπε! Αλλά πως? Με ποιον τρόπο? Πήγε λοιπόν και βρήκε τον αδελφό της τον Ποσειδώνα που είναι Βασιλιάς της Θάλασσας και τον παρακάλεσε να ψάξει να βρει τον αγαπημένο της καπετάνιο.

Ο Ποσειδώνας της υποσχέθηκε πως θα εκτελέσει την επιθυμία της, διότι αληθινά ήθελε να την δει ευτυχισμένη.

Η Σειρήνα, γεμάτη χαρά, βούτηξε στο βυθό που ήταν το παλάτι της και άρχισε να χτενίζεται, να πλένεται, να βάφεται. Μέχρι που ειδοποίησε όλες τις γοργόνες να της φτιάξουν το ωραιότερο κολιέ από σπάνια κοράλλια και φιλντισένια όστρακα!

Εκείνες υπάκουσαν στη κυρά της θάλασσας και εκτελούσαν κάθε της διαταγή. Μέχρι και ολομέταξες μπλούζες με χρυσοποίκιλτα στολίδια κατάφεραν να φτιάξουν!

Οι μέρες, όμως, περνούσαν και ο Ποσειδώνας δεν είχε ανακαλύψει το καράβι με τον αγαπημένο καπετάνιο της αδελφής του.

Κάποιο δειλινό, όταν το φεγγάρι άρχιζε να ασημώνει τον ουρανό με το φως του, έπιασε μια τρικυμία, σήκωσε βουνά τα κύματα κι όσα καράβια έτυχε να περνούν από κει θαλασσοπνίγηκαν.

Τα ξάρτια τους έσπασαν και τα πληρώματα βρέθηκαν στον απέραντο ωκεανό, όπου κολυμπώντας προσπαθούσαν να σωθούν.

Ανάμεσά τους κάποιος φώναζε:

-Κυρά της θάλασσας που είσαι? Τα κύματα σταμάτησε! Τα καράβια χάθηκαν, σώσε μας πνιγόμαστε!

Την απελπισμένη φωνή άκουσε ο Ποσειδώνας. Κολύμπησε γρήγορα κατά κει και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο καπετάνιος που γύρευε τόσο καιρό!

Ο Ποσειδώνας αφού σταμάτησε την τρικυμία και βεβαιώθηκε πως σώθηκαν όλοι οι ναυτικοί του πρότεινε την τρίαινά του. Ο καπετάνιος έπιασε την τρίαινα αμέσως και μαζί με τον βασιλιά της θάλασσας κατέβηκαν στο βυθό όπου ήταν η Σειρήνα καθισμένη στο θρόνο της και τους περίμενε.

Ο καπετάνιος τάχασε! Πρώτα πρώτα γιατί βρήκε την αγαπημένη του αλλά και από τα πλούτη και την πολυτέλεια που περιτριγύριζαν την γοργόνα του! Και αμέσως σκέφτηκε πως δεν είχε καμία ελπίδα να τον αγαπήσει η γοργόνα, ποια γυναίκα θα άφηνε τέτοια πλούτη για έναν άντρα?

Η Σειρήνα διάβασε τη σκέψη του αγαπημένου της καπετάνιου. Σηκώθηκε από τον θρόνο της, του άπλωσε τα χέρια και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος την πλησίασε και εκείνη λικνίζοντας το κορμί της με την ψαρένια της ουρά και μ'ένα χαμόγελο όλο πονηριά του είπε:

-Σήκωσε το κάθισμα του θρόνου από κάτω θα βρεις ένα χρυσό κασελάκι, άνοιξε το και πες μου τι έχει μέσα.

Πράγματι εκείνος έκανε όπως του είπε η αγαπημένη του. Ανοίγοντας λοιπόν το κασελάκι βρήκε ένα γράμμα, ένα σπαθί, ένα παξιμάδι κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο από το νερό της ζωής.

Κοίταξε με απορία την Σειρήνα σαν νά 'θελε να της πει, τώρα τι πρέπει να κάνω? Από την αμηχανία τον έβγαλε η αγαπημένη του λέγοντας:

-Σ'αγαπώ κι εγώ καλέ μου καπετάνιε, όμως υπάρχει κάποια δυσκολία. Για να γίνω γυναίκα σου διάβασε πρώτα το γράμμα

Ο καπετάνιος το άνοιξε αρχίζοντας να διαβάζει δυνατά:

-Για να παντρευτεί η Σειρήνα τον άντρα που θα αγαπήσει, πρέπει πρώτα η ίδια να γίνει άνθρωπος με πόδια και ο μελλοντικός σύζυγος να της προσφέρει ένα παλάτι στη στεριά για να ζήσουν. Μετά, έχοντας για όπλα το σπαθί και το παξιμάδι πρέπει να νικήσει τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας που πολιορκεί τον βυθό της θάλασσας και αφού την πιάσει αιχμάλωτη πρέπει να την καταφέρει να του μαρτυρήσει το μυστικό με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιήσει το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι του, έπιασε από τη μέση την αγαπημένη του και της είπε:

-Η αγάπη μου είναι τόσο μεγάλη που θα κινήσω γη και ουρανό και θα βρω την άκρη και θα σε κάνω γυναίκα μου. Άσε με όμως να ξεκουραστώ λίγο για να έχω καθαρό μυαλό να σκεφτώ.

Πράγματι πήγε να ξεκουραστεί, μα ήταν τόσο ταλαιπωρημένος από το ναυάγιο που τον πήρε ένας βαθύς ύπνος και είδε ένα παράξενο όνειρο.

Ένα μεγάλο γαλάζιο αστέρι με κεφάλι ανθρώπου ήρθε και κάθισε δίπλα του, κρατώντας το γράμμα που πριν λίγο είχε διαβάσει.

-Τι το θέλεις εσύ? Ρώτησε ο καπετάνιος.

-Για σένα το έφερα, απάντησε το αστέρι, και στάσου να ακούσεις προσεκτικά ό,τι θα σου πω.

Ανακάθισε ο καπετάνιος στο κρεβάτι, άνοιξε διάπλατα μάτια και αυτιά και άκουσε προσεχτικά το αστέρι.

-Αυτά που θα ακούσεις είναι η λύση που θέλεις στο αίνιγμα του προβλήματος που γράφει το γράμμα. Λοιπόν, πρώτα πρέπει να πας να εξοντώσεις το στρατό της Νεραϊδοχελώνας.

Στο σπαθί που θα κρατάς στα χέρια σου, εγώ θα δώσω δύναμη και έτσι θα νικήσεις όλο το στρατό. Με το παξιμάδι στο χέρι, πλησίασε το στόμα της Νεραϊδοχελώνας μα πρώτα, πριν της το ρίξεις στο στόμα, βούτηξέ το και τύλιξέ το σε τούτα εδώ τα φύκια.

Μόλις φάει το τυλιγμένο παξιμάδι θα γίνει ήρεμη σαν αρνάκι. Τότε πρέπει να ενεργήσεις γρήγορα. Κόψε της την ουρά και υποχρέωσέ την να σου μαρτυρήσει το μυστικό για το πώς θα χρησιμοποιήσεις το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ύστερα θ'ανέβεις στον αφρό της θάλασσας, παρακαλώντας τον Βασιλιά Ποσειδώνα να σου δώσει ένα καράβι για να πας στις γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί θα φτιάξεις το παλάτι που θα καθίσεις με την αγαπημένη σου γυναίκα.

-Και πως θα φτιάξω το παλάτι? Ρώτησε ο καπετάνιος

-Πολύ απλά! Πάρε τόσα βότσαλα όσα τα δωμάτια που θα κάνεις, γέμισε το χρυσό κασελάκι με άμμο, γέμισε κι ένα μεγάλο μπουκάλι νερό της θάλασσας και σαν φτάσεις στις γαλάζιες βουνοκορφές φώναξέ με!

Κατενθουσιασμένος κι ευτυχισμένος ο καλός καπετάνιος ευχαρίστησε το γαλάζιο αστέρι για το καλό που του έκανε, μα κείνη τη στιγμή τ'αστέρι χάθηκε κι εκείνος ξύπνησε αναστατωμένος με όσα είχε δει. Και το πιο παράξενο είναι ότι δίπλα του ήταν ένας μεγάλος σωρός από φύκια!

Έκανε το σταυρό του για την τύχη που είχε και πήγε στην αγαπημένη του Σειρήνα. Της είπε πως είναι έτοιμος να εκπληρώσει το καθήκον του για την ευτυχία τους και κρατώντας το σπαθί, το παξιμάδι και το μπουκαλάκι αποχαιρέτησε την αγαπημένη του.

Νίκησε τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας, καθώς και όλα όσα είχε δει στον ύπνο του.

Είχε φτάσει η στιγμή για το μυστικό και η Νεραϊδοχελώνα του είπε πως με το νερό θα πρέπει να ραντίσει την ουρά της Σειρήνας και μετά να πιουν και οι δύο από αυτό!

Έτσι κι έκανε. Και ναι! Καλά το φανταστήκατε! Στη θέση της ουράς εμφανίστηκαν πόδια κι η Σειρήνα έγινε ένας κανονικός άνθρωπος!

Ο καπετάνιος όμως είχε να ολοκληρώσει το έργο του.

Δίνοντας ένα γλυκό φιλί στη αγαπημένη του έφυγε για τις Γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί αφού μάζεψε τα βότσαλα φώναξε το γαλάζιο αστέρι!

Το γαλάζιο αστέρι χαμογελώντας κάλεσε το καλό πνεύμα της χαράς και της ευτυχίας και του έδωσε διαταγή να φτιάξει το παλάτι που ήθελε ο καπετάνιος.

Μονομιάς ένα δυνατό φως πλημμύρισε όλον τον τόπο.

Οι βουνοκορφές παραμέρισαν και χιλιάδες εργάτες παρουσιάστηκαν όπου κάθε ένας είχε από τέσσερα χέρια.

Έτσι το παλάτι μέχρι το βράδυ ήταν έτοιμο. Έτσι όλα έγιναν πραγματικότητα για τον καπετάνιο και την Σειρήνα, που ευτυχισμένοι έκαναν τον γάμο τους μέσα σ'ένα καράβι για να μπορεί να είναι στο γάμο και ο αδελφός της ο Ποσειδώνας!

Το τι γλέντι έγινε δεν περιγράφεται. Το καράβι, πλημμυρισμένο φώτα, έμοιαζε σαν γαλαξίας αστεριών, χιλιάδες γοργόνες με τις κιθάρες έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.

Τα δελφίνια έκαναν βόλτες γύρω από το πλοίο, οι γλάροι είχαν γεμίσει τα ξάρτια και μαζεμένες ψαροπαρέες γύρω από το καράβι περίμεναν με ανοιχτό το στόμα τις λιχουδιές που τους πετούσαν!

Σαν νύχτωσε και το γλέντι τελείωσε, η αυλαία έκλεισε και το νιόπαντρο ζευγάρι πάνω στην χρυσή άμαξα, δώρο του Ποσειδώνα, έφυγαν για το παλάτι τους.

Εκεί ζουν ευτυχισμένοι και όσοι περνούν από τις γαλάζιες βουνοκορφές, λένε ότι ακούνε τα μελωδικά τραγούδια της Σειρήνας να τραγουδά την ευτυχία και την αγάπη του άντρα της.

Λένε ακόμα ότι περνάνε καλά μα εμείς περνάμε καλύτερα..

-Χάρης-
15-11-09, 23:27
Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.

Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.







Ο γιος απάντησε:


- Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
- Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
- Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
- Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
- Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας• αυτοί πάλι, σπέρνουν και θερίζουν γι αυτό…
- Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια, και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
- Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ό,τι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα…
- Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
- Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους.


Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ευχαριστώ, μπαμπά, που μας δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»


ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΙ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ, ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΕΡΓΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΜΑΣ.
ΑΓΩΝΙΟΥΜΕ ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ, ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ, ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ «ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ».

NightWish
16-11-09, 19:05
(διάλογος Νάρκισσου - Ηχούς. Απόσπασμα)
- Ποια είσαι εσύ που γελάς και κλαις μέσα στα φύλλα?
- Αχ μείνε!
- Αν σ' αρέσει η φωνή μου..
- ...........
-Χα χα χα..μιλάω..
- Χα χα χα...γελάω..
- Μα ποια είσαι?
- Ποιος είσαι?
- Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό
- Κι εμένα Ηχώ..
- Είσ' όμορφη?
- Όμορφη..
- Ήθελα να δω τα μάτια σου
- Αχ τα μάτια σου..
- Τα χείλια σου
- Αχ τα χείλια σου..
- Πως το πες τ' όνομά σου?
- Τ' όνομά σου..
- Είπα Νάρκισσος
- Α, Νάρκισσος..
- Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα..
- Αχ, όμορφο όνομα..
- Λίγο φτωχό
- Εμένα Ηχώ..
- Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ
αν περνάει η στράτα εδώθε..
- Εδώθε..
- και που θα φτάσω αν την πάρω απ' εδώ να?
- Πουθενά..
- Πουθενά?
- Πουθενά
- Παράξενο. Τρεις μέρες περπατάω
και τώρα εσύ μου λες
πως σταματάει η στράτα
και πως άλλο δεν μπορώ να πάω?
- Εγώ σ' αγαπάω..
Είπες μ' αγαπάς?
- Μ' αγαπάς?
- Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ
- Το πα εγώ!..
- Και που με ξέρεις? Εγώ δε σε ξέρω..
- Εγώ σε ξέρω!
- Εγώ σε ξέρω μοναχά απ' τη φωνή σου
- Άκουσα στα λαγκάδια τη φωνή σου..
- Χθες το βράδυ τραγούδισα μακρυά στις φτέρες
- Σ' άκουσα στις φτέρες..
- Είμαι πολύ λυπημένος..
- Λυπημένος?..
- Θέλω να βρω κάτι που να τ' αγαπάω..
- Εγώ το βρήκα..σ' αγαπάω..
- Κανείς δεν νοιώθει μέσα μου τι νοιώθω
- Εγώ σε νοιώθω..
- Ό,τι αγάπησα ως τώρα, το παράτησα. Το πιστεύεις?
Κράτησε τόσο λίγο. Τόσο λίγο!
- Τόσο λίγο..
- Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου
που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή.
Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει.
Ότι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα...
- Σ' άκουσα τη νύχτα..
- ...θλιμμένα..
- Αχ να τραγούδαγες για μένα..
- Γι αυτό περπατάω τη μέρα,
μέχρι να λυθούν τα γόνατά μου
και να πέσω καταγής.
- Αχ να σ' αγκάλιαζα στη Γης..
- Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα πουλί.
Μα σαν έμαθα το τραγούδι του το βαρέθηκα.
Ύστερα αγάπησα μιαν όμορφη
που η ομορφιά της μάραινε τα λουλούδια.
Μα σαν έγινε δικιά μου τη βαρέθηκα.
Έπειτα αγάπησα τα όμορφα λόγια,
τα νυχτιάτικα τραγούδια και τις κρυφές σκέψεις.
Μα κι εκείνα γρήγορα τα βαρέθηκα.
Πέρασα πάνω απ' όλα,
καλπάζοντας σαν να μουνα καβάλα,
πάνω σ' ένα μανιασμένο άσπρο άλογο
που όλο έτρεχε και πουθενά δε στεκόταν,
να πάρω λίγη ανάσα και να βρω λίγη χαρά!
- Δεν υπάρχει χαρά..
- Αλλοίμονο αν δεν υπάρχει χαρά για μένα..
- Ούτε για μένα..
- Γιατί όταν γελάω γελάς και όταν κλαίω κλαις?
- Πονάω όταν κλαις..
- Παράξενα εσύ συμπονάς τον ξένο πόνο..
- Πες μου τι χρώμα έχουν τα μάτια σου και τα μαλλιά σου?
- Σαν τα δικά σου..
- Κι η φωνή σου?
- Σαν τη δική σου..
- Εγώ δεν έχω ταίρι στον κόσμο να μου μοιάζει..
Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.
- Κι εμένα Ηχώ...

NightWish
17-11-09, 07:32
Ο πόνος...

Η αγωνία...

Το χαμόγελο...

Η απογοήτευση...

Το δάκρυ..

Όλα αξίζουν για ένα Όνειρο...

μα πιο πολύ αξίζει το όνειρο

γιατί η στιμγή που το επέλεξες να το κάνεις...

άξιζε όσο τίποτα άλλο,

ακόμα και αν κάποια στιγμή χαθεί σαν μια ανάμνηση

NightWish
18-11-09, 16:01
Μια φορά κι έναν πολύ μακρινό καιρό ήταν δύο λύκοι...

Ο ένας ταξίδευε την μέρα κι ο άλλος την νύχτα. Συναντούσαν ο ένας τον άλλο μόνο στην αλλαγή της μέρας, την στιγμή που το φεγγάρι και ο ήλιος για λίγα λεπτά συνυπάρχουν στα δύο άκρα. Τότε ο καθένας έλεγε τις ιστορίες από το ταξίδι του μέχρι την αλλαγή. Για αρκετά χρόνια αυτή ήταν η ζωή τους. Μπορεί να έδειχνε κουραστική και δίχως εκπλήξεις, όμως την χαιρόντουσαν γιατί λάτρευαν τους ρόλους τους. Ένιωθαν πως κάτι σημαντικό έκαναν στην ζωή και στην φύση. Πολλές φορές κόντεψαν να πειστούν ότι οι ίδιοι ήταν ο Ήλιος και το Φεγγάρι.

Ο ένας λάτρευε τον Ήλιο και ο άλλος το Φεγγάρι. Τα λάτρευαν τόσο πολύ που καθώς περπατούσαν το βλέμμα τους ταξίδευε στο φώς τους. Ήταν η καρδιά τους, η ψυχή τους. Τώρα γινόταν και η υπόσταση τους.

Ο κάθε λύκος όμως γνώριζε μόνο για τη δική του φωτεινή σφαίρα. Ο λύκος της μέρας δεν γνώριζε το φεγγάρι, κι ο λύκος της νύχτας δεν γνώριζε τον ήλιο. Η λύκος της νύχτας δεν έδειξε ποτέ ενδιαφέρον για την ζωή της μέρας και για τον φωτεινό ήλιο. Ο λύκος της μέρας όμως... ένιωθε μια μικρή πληγή να μεγάλώνει κάθε φορά που άκουγε τον νυχτόλυκο να του μιλάει για την ομορφιά του Φεγγαριού, για το απαλό ασημόφως και το γαλήνιο τραγούδι της νύχτας με τα λαμπερά στολίδια του ουρανού να το συνοδεύουν. Ο λύκος της μέρας, βλέπετε, δεν μπορούσε ποτέ να δει τον ήλιο κατάματα γιατί έκαιγε τα μάτια του και ήταν πολλές φορές τόσο δυνατός στο φώς του που δεν έβλεπε καθαρά τους τόπους που ανάμεσα τους ταξίδευε.

Ο καιρός περνούσε και ο λύκος της μέρας έδειχνε σημάδια κούρασης και λύπης. Το βήμα του γινόταν αργό και η αναπνοή του πιο βαριά. Η επιθυμία του είχε μεταμορφωθεί σε βάρος στην καρδιά του. Ο λύκος της μέρας πέθαινε καθώς ο χρόνος της μέρας κινούνταν πιο γρήγορα από της νύχτας. Ο νυχτόλυκος το πρόσεχε αυτό σε κάθε τους συνάντηση, πλέον. Έτσι πήρε την απόφαση να ρωτήσει τα Στοιχειά της Νύχτας αν θα μπορούσε να πάρει την θέση του φίλου του ώστε να τον σώσει ή να γιατρέψει για λίγο την επιθυμία του και να δει επιτέλους το φως του Φεγγαριού.

Εκείνα αρνήθηκαν, λέγοντας του πως είναι αδύνατο αυτό. Θα άλλαζε ολόκληρη η ζωή του κόσμου. Ήταν απαγορευμένο από την ίδια την Φύση, του είπαν...

Ο νυχτόλυκος λυπημένος από την απάντηση που πήρε, προσπάθησε να συνεχίσει το ταξίδι του δίχως τις σκέψεις να το βασανίζουν.

Σε μια αλλαγή, ακόμη, της μέρας ο λύκος της νύχτας ερχόταν για να αντικαταστήσει τον λύκο της μέρας. Τον είδε κουρασμένο, με τα πόδια τρεμάμενα και το βλέμμα ζαρωμένο και χαμηλωμένο.

Τότε πήρε την απόφαση που θα άλλαζε τον κόσμο ολόκληρο.

Παρακάλεσε τον φίλο του να παλέψει τον ύπνο που ερχόταν να τον πάρει, έτσι ώστε να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του ξύπνιος και να περπατήσει μαζι του στην νύχτα. Να γνωρίσει όλα εκείνα που η μέρα δεν του πρόσφερε ποτέ.

Και τα κατάφεραν. Τρέξανε μαζί μέσα στο ασημόφως του Φεγγαριού, κυλιστήκανε σαν κουταβια στο χορτάρι και πλατσουρίσανε μέσα στην λίμνη που αντανακλούσε το φώς του φεγγαριού. Τραγουδήσανε μαζί υπό τον ήχο της μουσικής της νύχτας με τα αστέρια να τους συνοδεύουν και ονειρευτήκανε με μάτια ορθάνοιχτα που παρακολουθούσαν το Φεγγάρι...

Κάπου εκεί ο λύκος της μέρας κοιμήθηκε νιώθωντας ξανά νέος και γεμάτος ευτυχία για την επιθυμία και το όνειρο που επιτέλους ζούσε.

Τα Στοιχειά της Νύχτας έκαναν την εμφάνηση τους στον νυχτόλυκο και τον κατηγόρησαν... Τώρα, του είπαν, πως ο λύκος της μέρας στην μέρα δεν θα μπορέσει να ξαναεπιστρέψει. Γιατί αν επιστρέψει, το πρώτο φως θα τον τυφλώσει και το ταξίδι του θα τον φέρει στο τέλος της πορείας της ζωής του.

Τα είπαν αυτά κι έφυγαν... Κι άφησαν τον νυχτόλυκο προβληματισμένο...

Είχε ζήσει πολλά χρόνια μέσα στην νύχτα κι ότι είχε να δει το είδε. Ότι είχε να ζήσει και να χαρεί το έζησε και το χάρηκε.

Κοίταξε τον καλό του φίλο και σκέφτηκε πως η επιστροφή του στην μέρα θα τον σκότωνε. Σκέφτηκε επίσης πως μια νύχτα μόνο δεν θα έφτανε ποτέ για να γνωρίσει όλα όσα κρύβει το φώς του Φεγγαριού...

Τον κοίταξε καλά... Μετά κοίταξε το φεγγάρι καθώς πλησίαζε στην άκρη του για να δώσει την θέση του στον ήλιο...

Του αλύχτησε δυνατά σαν να ήταν η τελευταία φορά. Πήρε μυρωδιές δυνατές από όλο τον νυχτόκοσμο κι από τον ίδιο του τον φίλο...

Ο λύκος της νύχτας άφησε τον φίλο του να συνεχίσει τον ύπνο του και πάλεψε τον δικό του ύπνο. Πάλεψε δυνατά για να αντέξει στα βήματα της μέρας που δεν γνώρισε ποτέ μέχρι τότε.

Στο πρώτο δυνατό φώς, ο λύκος της νύχτας έχασε το φώς του και ένιωσε το σώμα του να γεμίζει από πόνο και κούραση. Δεν άργησε η στιγμή που το σκοτάδι τον οδήγησε στον χαμό του.

Ο λύκος της μέρας ξύπνησε όταν η νύχτα έπεσε ξανά.. Πλέον ήταν ένας νυχτόλυκος.

Τα Στοιχειά ήρθαν αμέσως και του είπαν την θυσία του φίλου του για εκείνον και ρίγησαν... Όπως ρίγησε και η καρδιά του νέου νυχτόλυκου... Από τότε, η νύχτα για εκείνον δεν ξανάγινε χαρούμενη και το τραγούδι της ποτέ δεν έφερνε ειρήνη στην ψυχή του.

Αλυχτούσε με πόνο στο φεγγάρι στέλνοντας μηνύματα στον φίλο του που πίστευε πως βρισκόταν κάπου εκεί κοντά... στην αγκαλιά του φεγγαριού.

Αυτή ήταν πλέον η ζωή του... Μέσα στην νύχτα μόνος ταξίδευε, μόνος τραγούδια θλίψης αλυχτούσε... κι ένα κλάμα μέσα από την ψυχή του σαν βρόγχος μαζευόταν... Τότε δημιουργήθηκε το Ουρλιαχτό...

Όλα είχα πλέον αλλάξει... Η Μέρα δεν ήταν ανεκτή ποτέ ξανά και για κανέναν λύκο. Το φώς του Ήλιου έκαιγε τα μάτια τους αν και οι ίδιοι μερικές φορές αναγκάζονταν να το ανεχτούν να τους λούζει με χαμηλωμένο βλέμμα.

Η Νύχτα ήταν πλέον ένα κουβάρι που έσφυγγε την ψυχή τους. Τους απελευθέρωνε τις λύπες και τις θλίψεις... Τους έκανε πιο μοναχικούς από ποτέ...

Το μόνο που κατάφερνε να τους ημερέψει ήταν το Φεγγάρι, όταν έκλεβε τις ματιές τους για να τους δείξει τα πρόσωπα δύο λύκων.. Της Μέρας και της Νύχτας... που η φιλία τους δημιούργησε ένα δικό τους Μερονύχτι που κανένας θνητός, θεός ή στοιχειό... δεν είχε την δύναμη ή την θέληση να σπάσει...


http://howls-into-the-dusk.pblogs.gr...hs-nyhtas.html

NightWish
18-11-09, 18:14
(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να 'ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να 'ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει -
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία -
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,

όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν' απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια - κακή συνήθεια) - 32, 64 -
κ' οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου 'λεγα για την πολυθρόνα -
ξεκοιλιασμένη - φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα -
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση - τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ' Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι
που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων -
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ' τα' αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα 'βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. -
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ' ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ' όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ' τους νεκρούς του
να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ' ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ' αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ' τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι - πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας -
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί -
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
- δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια -
ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν, ν' ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω - όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν - πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο - τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
- κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου - μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει - μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω - θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος - θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές - δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα - ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα 'ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι -
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα 'κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να 'ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)



Η σονάτα του σεληνόφωτος-Γιάννη Ρίτσου

NightWish
19-11-09, 16:43
"...Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον ίδιο τον εαυτό του, η δοκιμή ενός δρόμου, η υπόδειξη ενός μονοπατιού. Κανένας άνθρωπος ποτέ δεν υπήρξε στην εντέλεια ο εαυτός του* όλοι όμως αγωνίζονται να γίνουν, άλλος νωθρότερα, άλλος χαλαρότερα, όπως μπορεί ο καθένας. Ο καθένας κουβαλάει κατάλοιπα από τη γέννησή του, βλέννες και κελύφη ενός αρχέγονου κόσμου, μέχρι το τέλος του. Μερικοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, μένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Μερικοί είναι απάνω άνθρωποι και κάτω ψάρια. Καθένας όμως είναι μια γέννα της φύσης προς την κατεύθυνση του ανθρώπου. Όλοι μας έχουμε κοινή καταγωγή, τις ίδιες μανάδες, όλοι μας αναδυθήκαμε από την ίδια άβυσσο* ο καθένας, ωστόσο, επιδιώκει, προσπάθεια και βολή από τα βαθιά, το δικό του προσωπικό στόχο. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο* να εξηγεί όμως μπορεί καθένας μόνο τον ίδιο τον εαυτό του..."



Herman Hesse, "Ένα θαύμα κάθε αρχή την κατοικεί"

-Χάρης-
21-11-09, 12:42
Πόνος αγοραστός!
Την διδακτική ιστορία που ακολουθεί τη διηγείται τακτικά ο πατέρας μου , και του λόγου μου τη θυμάμαι κάθε φορά που παθαίνω κάποια μικρή ή μεγάλη υλική ζημιά.

Ήταν φθινόπωρο του 1970 όταν είχε αγοράσει ο ίδιος τέσσερα πουλάρια (μικρά μουλάρια ή άλογα), με δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα, με σκοπό να τα μεγαλώσει και να τα πουλήσει στα παζάρια (Μυστρά, Τεγέας ή αλλού) - από την διαφορά «έβγαινε» ένα κάποιο εισόδημα, απαραίτητο για την φαμίλια του (είχε ήδη τα τρία από τα τέσσερα παιδιά). Μιλάμε φυσικά για εποχές μεγάλης φτώχειας για τους αγρότες της Μάνης...

Τα ζώα τα είχε ανεβάσει στο Σαγγιά - το βουνό, συνέχεια του Ταΰγετου, ως το Ταίναρο - και πήγε μια καλή μέρα να τα δει. Έψαξε παντού αλλά πουθενά! Τυχαία πέρασε και από μια λουρίτσα (μικρό οροπέδιο) και τι να δει: μέσα σ' αυτό, ξαπλωμένα και φουσκωμένα τα τέσσερα ζώα... Νεκρά! Έχασε το φως του ο άνθρωπος, τα 'χε σκοτώσει αστροπελέκι (κεραυνός), από τις νεροποντές των προηγούμενων ημερών...

Για καλή του τύχη περνούσε από εκεί ένας Μανιάτης γέροντας από τον Δρυμό (Δρυαλί), ο μπάρμπα Γιώργης Τζεφεράκος (του Λέκκα) κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί, χτύπησε τον 36χρονο πατέρα μου στην πλάτη και του είπε:

«Άκουσε παιδί μου, μη στεναχωριέσαι, έχεις οικογένεια και σε χρειάζεται. Νέος είσαι και εργατικός και στη ζωή σου θα κάνεις περιουσία, μη φοβάσαι! Μία κουβέντα να θυμάσαι από μένα: Πόνος αγοραστός, πόνος δεν είναι! Αλίμονο μόνο, αν πάθει κάτι κακό, κάποιος δικός σου...», αυτά είπε ο μπάρμπα-Γιώργης κι απομακρύνθηκε. Η Μάνα μου όταν έμαθε την ζημιά ήταν απαρηγόρητη για εβδομάδες - μαζί όμως με τον πατέρα μου τελικά δεν χάθηκαν, όπως δεν πρέπει να χάνεται κανείς από... πόνο αγοραστό, κι έτσι δικαιώθηκαν οι εκτιμήσεις του αείμνηστου Μανιάτη. Δεν θα 'κανε άσχημα βέβαια ο καθένας μας, όταν παθαίνει κάτι που... διορθώνεται, να θυμάται αυτά τα σοφά λόγια, τα βγαλμένα μέσα απ' το μεδούλι της ζωής...

NightWish
22-11-09, 16:16
Ανοίξτε την καρδιά σας και ακούστα τι σας λέει...

Κυνηγήστε τα όνειρά σας, γιατί μόνο ο άνθρωπος

που δεν ντρέπεται για τον εαυτό του μπορεί

να γίνει αφορμή για να εκδηλωθεί η δόξα του Θεού...

Δεν υπάρχει αμαρτία άλλη από την έλλειψη αγάπης...

Να έχετε θάρρος, να μπορείτε να αγαπάτε,

ακόμα κι αν η αγάπη μοιάζει πράγμα προδοτικό και φοβερό...

Να χαίρεστε με την αγάπη...

Να χαίρεστε με τη νίκη...

Κάντε αυτό που σας ζητάει η καρδιά σας...





από το βιβλιο του Paulo Coelho

Ατζέντα 2009 - Χαρά

NightWish
22-11-09, 16:33
"Κάποιες φορές δανείζουμε το κλειδί της καρδιάς μας κ άλλoτε το χαρίζουμε. Στη πρώτη περίπτωση δεν έχουμε δωθεί ολοκληρωτικά άρα καταφέρνουμε κ να πάμε παρακάτω αν χρειαστεί. Στη περίπτωση όμως που το χαρίσουμε, θα πρέπει να έιμαστε προετοιμασμένοι πως πιθανόν κάποια στιγμή να χρειαστεί ν αλλάξουμε κ κλειδαριά..."

NightWish
24-11-09, 15:01
Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη, όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.
Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:

Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία, χωρίς απαίτηση, χωρίς σύγκριση, χωρίς παζάρι, χωρίς γκρίνια, χωρίς οργή, χωρίς αδημονία.
Να τον αγαπώ και να μην τον κατασκοπεύω, να μην τον εκβιάζω, να μη προσπαθώ να με θαυμάσει, να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.
Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό, και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.
Να αντέχω να περιμένω, να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου, να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.
Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι, να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω. Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω. Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη. Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.

Μεγαλοδύναμε φώτισέ με με την αγάπη την ελεύθερη, την αγάπη την σταυρωμένη. Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου, από την αλαζονεία της γνώμης μου, από την ζητιανιά του κορμιού.
Να κάνω καρτερία στην απόρριψη, υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω. Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.
Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον. Απλά και αληθινά. Απλά και ήσυχα. Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα, πάντα αμοιβαία»

http://mrbongo1.homestead.com/files/heart.gif



(Μάρω Βαμβουνάκη)

NightWish
24-11-09, 15:03
Με το να αγαπάς, ρισκάρεις την απόρριψη.
Με το να ζεις, ρισκάρεις να πεθάνεις.
Με το να ελπίζεις, ρισκάρεις την απογοήτευση.
Με το να προσπαθείς, ρισκάρεις να αποτύχεις.
Αλλά το ρίσκο πρέπει να το παίρνεις,
γιατί ένας από τους πιο μεγάλους κινδύνους της ζωής
είναι να μην ρισκάρεις τίποτε.
Μόνο αυτοί που ρισκάρουν κάθετι που έχουν
για να κερδίσουν αυτά που ποτέ δεν θα χάσουν,
είναι στα αληθινά ελεύθεροι...


(Σιμόν Ρέϊνολντς)

NightWish
24-11-09, 15:21
ΑΜΑ ΠΕΙΝΑΣ, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου.
Αμα κρυώνεις το ίδιο.

Αμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί τι είναι η αγάπη;

Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σα φωτιά. Μα είναι;
Αλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σα δοξαριά.

Τι είναι, τέλος πάντων...

Κι αν, πάλι , αγάπη είναι κ ά τ ι που το λένε "αγάπη", είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά!
Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ ένα έρημο δάσος...
Αν δεν τ ακούσει κανείς... είναι κελάηδημα;
Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει
πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ αυτό, και τα κάνανε θάλασσα.
Αυτοί γι αγάπη!...Τα μωρά ξέρουν περισσότερα.

Ενα λουλούδι είπε: "Αγάπη; είμαι εγώ".
Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα.

Ένας βαρκάρης θ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελό του.
Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί α υ τ ό να είναι αγάπη; Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει... Σε λιώνει...
Εσύ το βλέπεις.

Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι.
Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!...


Μ. Λουντέμης
Απόσπ. "Ένα παιδί μετράει τα άστρα"

NightWish
28-11-09, 23:37
Γυάλινα όνειρα,
που σπάσανε κάποιο βράδυ χειμωνιάτικο,
όταν τριγύριζες χωμένος στο παλτό σου...

η ζωή σου,
σερπαντίνες που ξέμειναν από τρελό καρναβάλι,
και συ, έφτασες στο τέλος,
όταν τα φώτα κλείσανε και οι πόρτες σφράγισαν...

οι αγάπες σου,
τρένα που έφυγαν,
τρένα που σφύριζαν στο πέρασμά τους,
και συ, βρισκόσουν σε λάθος προορισμό...


από το βιβλίο μου ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ

NightWish
28-11-09, 23:38
Κρύφτηκε ο ήλιος πίσω απ' τα βουνά,
αγάπες έτοιμες να παραδοθούν στης νύχτας τη γαλήνη,
λόγια στερνά, της μέρας τη λήξη θα σημάνουν,
ήρεμες πια οι στιγμές , θέλουν και αυτές να ξαποστάσουν,
να' σαι δίπλα μου θέλω, να μου πεις καληνύχτα,
ήσυχα τους φόβους να ξορκίσεις,
χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά, ο ύπνος να με πάρει,
του ονείρου ο δρόμος, μπρος μου με καλεί,
αγάπη μου κοιμήσου δίπλα μου και συ...


από το βιβλίο λόγια φιλίας και αγάπης

NightWish
29-11-09, 17:16
eίναι κάτι όνειρα, που έρχονται σα φαντάσματα στο φως της μέρας και σε κυκλώνουν.
Σα πουλιά κτυπούν με τα φτερά τους την αχόρταγη ψυχή σου και σκοτεινιάζουν οτιδήποτε γύρω σου.
Θολώνουν τον νου, κάνουν την καρδιά να κτυπά, ζητούν να τα ακολουθήσεις.
Κι εσύ νομίζοντας πως είναι όνειρα στο χρώμα του δειλινού, τρέχεις ξοπίσω τους.

Είναι εκείνος ο καιρός, όπου όλα είναι συγκεχυμένα, το Πριν, το Μετά, το Τώρα.
Όλα αυτά ένα. Το χρώμα της νύχτας μόνιμα μέσα σου. Δίχως άστρα και το φεγγάρι στην χάση του.
Κάθεσαι στο παράθυρο και δε ξεχωρίζεις την λιακάδα από την βροχή. Όλα μυρίζουν το ίδιο άσχημα, και τίποτα δεν έχει κάποιο σκοπό.

Τίποτα.
Μόνο το όνειρο που έχει διαλέξει να σε πάρει μαζί του. Αυτό που θα σε κάνει να κυνηγάς μάγισσες. Να αρπάζεσαι από την Ουτοπία. Να τοποθετείς μπροστά σου ένα ψεύτικο πίνακα και να προσπαθείς να περπατήσεις στην επιφάνεια του.
Να γλυστράς και να σε ηδονίζει. Γιά να το κυνηγήσεις πιό επίμονα. Και το χειρότερο, πιστεύεις πως αυτό είναι Ζωή.
Ο εγωισμός σου φουντώνει. Τόσο που τίποτα άλλο δε σου αποσπά την προσοχή. Τίποτα αληθινό.

Είναι κάτι εφιάλτες που έρχονται μεταμφιεσμένοι σε όνειρα και σε τυλίγουν.
Ούτε που τα υποψιάζεσαι. Ακολουθείς με ένα χαμόγελο να.. κι ας είναι η σκοτεινιά στο βάθος.

Κι είναι κάτι όνειρα άλλα, από εκείνα που δε σου ζητούν βίαια να τα αρπάξεις, αλλά σα σβολαράκι πλάθονται στα χέρια σου. Ζεσταίνονται απαλά στην χούφτα σου. Και παίρνουν σιγά σιγά χρώμα και υφή. Πολύ σιγά. Πνοή από την πνοή σου.
Σε αφήνουν να χαλαρώσεις, να τα εμπιστευτείς.
Σε τυλίγουν ευωδιαστά. Και χτίζουν στην ψυχή σου ένα λούνα παρκ, μιά παιδική χαρά να κανακέψει το παιδί μέσα σου.

Να προσέχεις.. τα όνειρα σου..

Katerina®
29-11-09, 22:57
Αργοπεθαίνει....
Όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας
Επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές
Όποιος δεν αλλάζει περπατησιά
Όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του
Όποιος δεν μιλά σε όποιον δεν γνωρίζει

Αργοπεθαίνει...
Όποιος αποφεύγει ένα πάθος
Αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια
Που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο
Που κάνουν την καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα

Αργοπεθαίνει...
Όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι
Όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του
Όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο
Όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του,
τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να απόφύγει τις εχέφρονες συμβουλές

Αργοπεθαίνει...
Όποιος δεν ταξιδεύει
Όποιος δεν διαβάζει
Όποιος δεν ακούει μουσική
Όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του

Αργοπεθαίνει...
Όποιος καταστρέφει τον έρωτά του
Όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν
Όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για την τύχη του
ή για την ασταμάτητη βροχή

Αργοπεθαίνει
Οποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει
Όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει

Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις
Όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
Χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
Από το απλό γεγονός της αναπνοής

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξει μιας λαμπρής ευτυχίας...

NightWish
30-11-09, 13:27
Υπάρχει η Συνάντηση. Κι αυτοί οι δύο, εξ αρχής, πέρασαν θαρρετά και με θέληση στη σπηλιά που άμα μπείς δεν μπορείς πια να κάνεις πίσω.

Κάτι σαν ζώνη του λυκόφωτος, σαν εμπειρία θανάτου, σε “νύχτα ασέληνο” αμαρτίας που αλέθει και εξαγιάζει.

Από κεί και πέρα, όλα τα απέξω, δεν θα είναι ποτέ πια όπως πριν.

Και να χωρίσουν, και να χαθούν, η μεταμόρφωση δεν θα χαθεί.

Και έτσι αποφασιστικά, επειδή το θέλεις, κι επειδή σου χαρίζεται, αρχίζεις να ερωτεύεσαι ανακαλύπτοντας την μοναδικότητα του άλλου.

Εκείνο που θα τον κάνει αναντικατάστατο.

Καμιά αναπλήρωση μετά, καμιά απώθηση, κανείς αμυντικός μηχανισμός δεν θα σε παρηγορήσει.

Κι ας παριστάνεις ότι τον ξεπέρασες, ιδίως τότε.

M. Βαμβουνάκη - Τα πράγματα που ζούν απ’ το χαμό

NightWish
01-12-09, 17:13
Στη ζωή μας πολλές φορές χρειάζεται να κάνουμε νέα άλματα και αναζητήσεις που ξεκινάνε πάντα με το

πρώτο μικρό βήμα. Συνήθως αμφιβάλλουμε, φοβόμαστε το άγνωστο, το τί θα συναντήσουμε, πως θα

αντεπεξέλθουμε στις νέες συνθήκες και στο νέο περιβάλλον. Δηλαδή βοφόμαστε το ρίσκο και την αποτυχία.

Η αλήθεια είναι όμως, πως πρέπει να επιλέξουμε, και αν θέλετε: να "παίζουμε" αυτό το παιχνίδι.

Μπορεί να χάσουμε, μπορεί να κερδίσουμε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως θα μάθουμε, θα αναζητήσουμε, θα ψάξουμε και το μόνο σίγουρο είναι πως θα αποκομίσουμε την εμπειρία ότι προσπαθήσαμε, και δεν μείναμε μόνο στις σκέψεις του νου.

Πρέπει να επιλέξουμε, αν θα αναλωνόμαστε στα ίδια και στα ίδια ή εάν θα ξαν'ανοιχτούμε σε νέα ταξιδια.

Η επιλογή είναι δική μας, όπως άλλωστε η απόφαση και το ταξίδι.

Τα φτερά μας λοιπόν, είναι για να πετάμε και όχι για να φαντάζουν όμορφα πάνω μας ...

ας τα ξεδιπλώσουμε και ας επιχειρήσουμε το ταξίδι....

Τα φτερά είναι για να πετάς....




"Τα Φτερά είναι για να πετάς"

Jorge Bucay (Μύθος - Παραβολή)

NightWish
03-12-09, 07:44
Έρωτας σαν βροχή....Όχι σαν καταιγίδα......σαν βροχή....Να φεύγει και να έρχεται.....Να δυναμώνει και να χαμηλώνει.....Να δροσίζει και να πνίγει......Ν`απορροφάται από τη γη,να χάνεται.....

Πως έζησα έτσι;Γιατί δέχτηκα κάτι μισό για μένα;Γιατί προσπάθησα να κρατήσω στις χούφτες μου κάτι,που ήξερα οτι θα μου δώσει μόνο μια ψευδαίσθηση δροσιάς και μετά θα μ`αφήσει πιο διψασμένη από πριν,με τα χείλη ξερά και την καρδιά στεγνή;

Πως μπόρεσα να δεχτώ να συμπληρώνω τη βροχή με τα δάκρυα μου,για κάτι που γνώριζα οτι ήταν μάταιο;

Είδα χιλιάδες ηλιοβασιλέματα μόνη μου,ο ήλιος βουτούσε στο τίποτα κι εγώ πνιγόμουν στη μοναξιά.....Άκουσα εκατοντάδες κεραυνούς και με φόβισαν λιγότερο από τη σιωπή της άδειας ζωής μου........

Μύρισα χιλιάδες λουλούδια,αλλά το άρωμα τους δεν πλημμύρισε την άοσμη ζωή που ο <<έρωτας σαν βροχή>>με καταδίκασε να ζήσω......

Γεύτηκα δεκάδες εδέσματα,αλλά μόνο πίκρα στα χείλη μου..............

Άγγιξα απαλά το κορμί του,κράτησα στη μνήμη της αφής μου κάθε πόντο του σώματος του και αγκάλιαζα μόνη μου τον εαυτό μου τις μοναχικές μου ώρες,με την ψευδαίσθηση πως ήταν εκείνος που με χάιδευε,έχοντας τον στα ακροδάχτυλα μου.....

Γέλασα δυνατά στην αρχή της ζωής μου και συνέχισα να χαμογελώ από συνήθεια,χωρίς ποτέ τα μάτια μου να πάρουν χρώμα από τα χαμόγελα που ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπο μου,αλλά δεν ζέσταναν την ψυχή μου........

Έκλαψα πολύ για δυό ζωές,από απελπισία,από λαχτάρα για κάποιον που ήρθε κοντά μου για να μου φέρει την επίγνωση ότι η ευτυχία είναι στιγμές....μόνο στιγμές......

Και οι περισσότερες κλεμένες......

Ζωγράφισα με φωτεινά χρώματα τις ώρες που ήμουν μαζί του αλλά η πραγματικότητα ξεθώριαζε τους πίνακες μου,όταν δεν τους βύθιζε στο χρώμα της απελπισίας......

Έγραψα το <<σ`αγαπώ>>σε χιλιάδες χαρτιά και τα έσκισα αμέσως μετά,σκορπίζοντας γύρω μου τα κομμάτια τους,όπως σκορπισμένη ήταν η ζωή μου......

Πόνεσα τόσο που μάτωσα και την ίδια στιγμή ήμουν εγώ πηγή πόνου για κάποιον που εν γνώσει μου υπέφερε όσο κι εγώ......

Αγνόησα την αγάπη,γιατί δεν ήταν με τους δικούς μου όρους.......

Καταδίκασα τον εαυτό μου στη μοναξιά,δραπετεύοντας από τους δρόμους όπου μπορεί να σε συναντούσα,επιλέγοντας να φύγω εγώ,<<η δυνατή>>,τη στιγμή που η αδυναμία μου να σε κερδίσω ήταν γραμμένη στον αέρα που ανέπνεα............

Και μετά......μετάνιωσα.....Και γύρισα να ψάξω στο παρελθόν αυτό που μου έλειπε στο παρόν,μα δεν υπήρχε τίποτα εκεί για μένα.Η αληθινή αγάπη είχε φύγει........

Την είχα διώξει εγώ.....Είχα διώξει ότι άξιζε και είχα κρατήσει το τίποτα.......

Δίκαιη τιμωρία..........





Κλαίλια



Ερωτας σαν βροχή~Λένα Μαντά

The_Watcher*
06-12-09, 01:34
Το χρώμα του φεγγαριού -- Αλκυόνη Παπαδάκη

Τα χρώματα
– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρωτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.

NightWish
18-12-09, 08:15
Τι είναι ευτυχία; Έρωτας, μου απαντούν.

Όμως ο έρωτας ούτε φέρνει ούτε έφερνε ποτέ την ευτυχία.

Το αντίθετο μάλιστα, είναι πάντα πηγή ανησυχίας, πεδίο μάχης,

νύχτες αγρυπνίας στις οποίες αναρωτιόμαστε αν κάνουμε το σωστό.

Ο πραγματικός έρωτας είναι έκσταση και συνάμα αγωνία.

Έψαχνα την ευτυχία πολύ καιρό στην ζωή μου

- τώρα το μόνο που θέλω είναι η χαρά.

Η χαρά είναι σαν το σεξ: έχει αρχή και τέλος. Θέλω ευχαρίστηση.

Θέλω να είμαι ικανοποιημένη, ευτυχία όμως;

Έχω πάψει να πέφτω σε αυτή την παγίδα ..




από το βιβλίο του Paulo Coelho

Χαρά - Ατζέντα 2009

NightWish
18-12-09, 16:45
Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο......
Να ήξερες πόσεεες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου....
Να σου στείλω ένα μήνυμα... Κι εσύ δεν άκουγες..
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέπη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει...
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή..
Και καθόλου οχυρωμένη..
Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.
Είχες πυξίδα...
Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..
Άραξες το σκέφος σου σε απάνεμο λιμάνι..
Ε΄γ ωτο δικό μου το βούλιαξα...
Ναυάγησα!.....
Ήρθα εεδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα...
Ταξίδευα σ' ένα άγνωστο πέλοαγος κι είχα τ' αυτιά μου ανοιχτά μόνο
για τις σειρήνες..
Όπου μου λεγαν πήγαινα....



Απόσπασμα από το βιβλίο "Το ταξίδι που λέγαμε..."
της Αλκυόνης Παπαδάκη

dreamer
18-12-09, 23:08
Το παραμύθι μιας αγάπης
Μια φορά κι ένα καιρό εκεί σε κείνη την μεγάλη σκοτεινή σπηλιά στην κορυφή του πιο ψηλού βράχου ζούσε έρημο και μόνο ένα τόσο δα μικρό κεράκι. Ένα κεράκι σβηστό που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξης του μέσα από τα δάκρυά του.
«Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νοιώθω. Μια σκοτεινή κουκιδίτσα μέσα σε τούτη την σπηλιά».
Και οι μέρες πέρναγαν, και το κεράκι κολύμπαγε μέσα στην μικρή λιμνούλα που είχε φτιάξει με τα δάκρυά του. Και οι μέρες πέρναγαν και το κεράκι μετρούσε τις μέρες της ανούσιας σκοτεινής ζωής του.
Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από την σπηλιά που στο πέρασμά του παράσερνε ότι μικρό και αδύναμο υπήρχε. Φτεράκια από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου… ξερά φύλλα και κλαδιά… σπόρους από λουλούδια εξωτικά, και… ένα σπίρτο… ένα τόσο δα μικρό σπίρτο ψηλόλιγνο και γυαλιστερό με κόκκινο αστραφτερό καπέλο στο μικρό του κεφαλάκι. Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στην σκοτεινή σπηλιά. Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος και… ωχ!!!!!
«Μα που βρίσκομαι» είπε με την τσιριχτή φωνούλα του.
Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι αλλά σαν σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
«Αμάν»! είπε… «Τι είσαι εσύ»;;;;;;;
«Δεν με βλέπεις» είπε το κεράκι με την παραπονιάρικη φωνούλα του.
Και να που ακόμα και τα αταίριαστα μπορούν να ταιριάξουν… εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς το κεράκι και το σπίρτο ένωσαν την μοναξιά τους και το κοινό τους πρόβλημα…
Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη την σκοτεινή άψυχη σπηλιά. Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμάκι του και ακουμπούσε πάνω στο κεράκι, και το κεράκι έκανε νάζια και καμώματα και έπαψε πια να κλαίει. Η λίμνη από τα δάκρυά του στέγνωσε, και τώρα οι ελπίδες να φτάσουν στο όνειρο όλο και μεγάλωναν. Μια μικρή φλογίτσα που θα τα φωτίσει και τα δυό θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούν στα μάτια.
«Μα, θέλω να δω τα μάτια σου είπε το σπίρτο στο κεράκι»
«Μα θέλω να νοιώσω την ζεστασιά σου είπε το κεράκι στο σπίρτο»
Και τότε τρόμαξαν…
«Αν ανάψω καλή μου θα καώ» είπε το σπίρτο… «και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου… θα είμαι ένα ακόμα άσχημο μισοκαμμένο σπίρτο… Μα αν καώ εντελώς… Τι θα απογίνω;;; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;;;;
Και μέρα με την μέρα το κεράκι και το σπίρτο αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ, και μέρα με την μέρα η αγάπη τους δυνάμωνε και μέσα στην σκοτεινή σπηλιά λουλούδια φύτρωσαν… γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα και ομορφιά.
Και οι μέρες πέρναγαν και το κεράκι και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα περίμεναν καρτερικά την συνέχεια του έρωτά τους.
Καλοκαίριασε… έξω από την σπηλιά η ζέστη ήταν αφόρητη… Το δάσος γύρω από τον βράχο συχνά γέμιζε από γέλια τραγούδια και φωνές μικρών και μεγάλων. Το κεράκι και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν όλο περίμεναν και αγαπιόντουσαν κάθε μέρα και πιο πολύ και ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου το κεράκι και ας μην είχε νοιώσει την ζεστασιά του κεριού το σπίρτο. Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες που γεννιούνται και μένουν πάντα στο όνειρο…
Ώσπου μια μέρα… μια παρέα εκδρομείς… Έτσι τους έλεγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους… Πήραν τα γέλια τους τα τραγούδια τους και τις φωνές τους μακριά αλλά… άφησαν μια μικρή σπίθα… μια τόσο δα μικρή σπίθα φωτιάς να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουν.
«Συμφορά»… Φώναζαν πουλιά και ζώα που πέρναγαν τρομαγμένα τρέχοντας έξω από την σπηλιά…
«Συμφορά… φωτιά!!!!! φωτιά, θα καούμε!!!!!!!»
«Ακούς»;;;; είπε το σπίρτο στο κεράκι…
«Ακούς;;;;;; θα καούμε» είπαν και τα δυο με μια φωνή γεμάτη έρωτα.
«Δεν φοβάμαι να καώ απ’ αγάπη» είπε το σπίρτο στο κερί…
«Δεν φοβάμαι να λιώσω απ’ αγάπη» είπε το κερί στο σπίρτο…
Ένα κερί και ένα σπίρτο τρελά από έρωτα τραγούδαγαν την φλόγα που ερχόταν… Έλα της έλεγαν… Έλα σε περιμένουμε…

«Θα μ’ αγαπάς σαν καώ και ασχημίνω χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»;;;; είπε το σπίρτο στο κερί.
«Θα μ’ αγαπάς σαν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»;;;; είπε το κεράκι στο σπίρτο.
Και η φλόγα ερχόταν όλο και πιο κοντά… Και η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα μην και χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε… Έλα της φώναζαν και τα δυο με μία φωνή…
Και η φλόγα έστειλε μέσα στην σπηλιά την πιο μικρή της κόρη… Μια σπίθα τόση δα που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς.
Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ!!!!!!!!!!!!!!!!
Το σπίρτο τέντωσε τα λυγερό κορμάκι του για να καλωσορίσει την σπίθα… Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες…

«Αγάπη μου» είπε στο κεράκι… καίγομαι για σένα… «Αγάπη μου να δω τα μάτια σου και ας καώ». Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα…
«Αγάπη μου» είπε το κεράκι στο σπίρτο… «Άσε με να νοιώσω την ζεστασιά σου και ας λιώσω»…
Το σπίρτο και το κεράκι κάηκαν μαζί… Μια μάζα ενωμένη στον χρόνο και στον χώρο αιώνια… Το κεράκι και το σπίρτο που έλιωσαν απ’ αγάπη και έφτασαν στο δικό τους όνειρο…
Αν φτάσετε ποτέ στην σπηλιά τους και τα βρείτε, μην τα ενοχλήσετε μήτε να τα χωρίσετε… Ακουμπήστε ένα λουλούδι στα ποδαράκια τους από εκείνα τα λουλουδάκια που φυτρώνουν στην σπηλιά που δεν είναι πια ούτε σκοτεινή ούτε παγωμένη.<
Ένα μαγικό φως τρεμοπαίζει και δίνει χρώμα και ζωή στους άψυχους τοίχους… και μια ζεστασιά απ’ αυτή που αφήνει η αγάπη και τα κάνει όλα εκεί να μοιάζουν μαγικά, τόσο μαγικά όσο μαγική είναι και η αγάπη…
Και έζησαν αυτά καλά και εμείς θα ζήσουμε καλύτερα με αγάπη στις καρδιές μας.

Katerina®
20-12-09, 23:25
Απόσπασμα από το παραμύθι Αι Βασίλης και Άγιος Πέτρος

Αγαπητέ μου Αι Βασίλη

Δε χρειάζεται να κρύβεσαι πια!
Αναγνώρισα το κόκκινο παλτό σου,
την άσπρη σου γενειάδα και τις μπότες σου.
Αν δε θέλεις να κάθεσαι μόνος σου στο σπίτι,
έλα τώρα στο δικό μου σπίτι.
Σε περιμένουν ένα μεγάλο κομμάτι τούρτα,
ολοκαίνουργιες μπότες
και μια θέση στην καρδιά μου για σένα.
Ο Παύλος το γειτονάκι


από το βιβλίο ''οι πιο ωραίες ιστορίες για τα Χριστούγεννα''
εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

Katerina®
20-12-09, 23:40
Ας θυμηθούμε τα χρόνια τα παλιά.....ένα απόσπασμα από το βιβλίο αλφαβητάριο

Η χιονισμένη αυλή {σμ}

Όλα είναι χιονισμένα.Είναι σκεπασμένα με χιόνι.
Είναι λευκά, κατάλευκα. Τα παιδιά χαίρονται.
Ετοιμάζονται να παίξουν. Να παίξουν στο χιόνι.
Ντύνονται με ζεστά ρούχα. Κατεβαίνουν στην αυλή.
Κάνουν μπάλες με χιόνι. Παίζουν και τραγουδούν.
<<Χιόνι έπεσε πολύ. Κρύο κάνει στην αυλή.
Κοκκινίζει η μύτη μας, τρέχουμε στο σπίτι μας>>.

''Από το αναγνωστικό της Πρώτης Δημοτικού''

Katerina®
20-12-09, 23:44
Ακόμα ένα.......

Το φεγγάρι {γγ}

Η Άννα κοιτάζει.
Κοιτάζει το φεγγάρι
και λέει:
<<Φεγγαράκι φωτεινό,
φέγγει από τον ουρανό.
Σαν καντήλι κάθε βράδυ,
φέγγει μέσα στο σκοτάδι>>.

NightWish
31-12-09, 08:24
Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών ...
Είμαστε μεσ'το δικό μας κόσμο . . .

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει ...

Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα ...

Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ακόμα ζήσει ...

Κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ'όλα ...
Δε στο 'χω πει ακόμα . . .


Nazim Hikmet

xenos@
04-01-10, 18:41
Τι θα πει ευτυχία?Να ζεις όλες τις δυστυχίες.
Τι θα πει φως?Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια.
Είμαστε βυθισμένοι σ'ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
Ποιο είναι το χρέος μας?Ν' ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν'αναπνεύσουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας,
την Ιθάκη...
.....

kαζαντζακης Νικος

NightWish
08-02-10, 09:51
Άπλωσες το χέρι σου κι έπιασες το δικό μου ...

Έλα μαζί μου μου είπες σιγά ...

Σε ρώτησα πού πάμε?

Μια βόλτα στα σύννεφα ...


Στέβη Σαμελη

NightWish
08-02-10, 09:54
Απ' τις σταγόνες της βροχής που χτυπάνε
πάνω στο τζάμι και σαν δάκρυα κυλάνε
σαν μια που χρόνια κρατάω μέσα μου εικόνα
ερωτευμένη είμαι ακόμα με ένα γκρίζο χειμώνα.
Κι η σκέψη μου σε σένα πάλι τώρα τρέχει
κι η καρδιά μου άλλο μόνη να' ναι δεν αντέχει
και μια θλιμμένη μελωδία απ' της βροχής τους ήχους
να μου θυμίζει ξανά παλιούς σου στίχους.
- Κάθε σταγόνα ένα χαμένο όνειρό μου
κι όλα τα σύννεφα ξανά στο μυαλό μου
κι ενώ μιλάω στο Θεό μια ευχή μόνο κάνω
να κλαίει ο ουρανός για μένα σαν πεθάνω.
- Και έκλαιγε μαζί σου τότε ο ουρανός
γιατί είχε ακούσει βλέπεις της ευχή σου ο θεός
και σαν δάκρυα γεμάτα από πόνο
το ταξίδι της βροχής μοιάζει μέσα στο χρόνο.
Κι ενώ τα πάντα σκεπάζει εγώ πονάω
δε σκέφτομαι τίποτα απλώς τραγουδάω
ψάχνω για σένα κάπου εκεί στη βροχή
και αναρωτιέμαι γιατί αυτή η ευχή.
Και αλήθεια σ' άκουσε ο Θεός
και έκλαψε ο ουρανός
και αναρωτιέμαι στη βροχή,
γιατί αυτή η ευχή.


Χρήστος Μπουσης

NightWish
08-02-10, 09:56
Τουρτούριζες μες στη βροχή

είχες σφαλίσει τα γαλάζια μάτια σου

κι άπλωνες το χέρι στη σκοτεινιά

ν' αναγνωρίσεις το δικό μου

τι ωραία να λες:

"κοιμήσου τώρα δεν θα με ξαναχάσεις, δεν θα σε ξαναχάσω"...

Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι...

Χωράει πολλούς ζητιάνους

πολλούς που στερήθηκανε τον έρωτα

ή δεν τους φίλησαν ποτέ τους

χαμογελάνε αυτοί που δεν τους χάιδεψε κανένας

ζούνε ανάμεσά μας όλοι ετούτοι

ένα μπουμπούκι σκάει δειλά.

Κοιμήσου...

Ξέσφιξε τα δάχτυλά σου και κοιμήσου..

Εγώ είμ' εδώ...


Ανδρέας Αγγελάκης

*Semina*
08-02-10, 09:57
Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Μενέλαος Λουντέμης

NightWish
08-02-10, 09:58
"Πρώτα από όλα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος δεν είναι αντικειμενο
και να πάψουμε να μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους σαν αντικείμενα...
Είμαστε ευάλωτοι, εύθραστοι, είμαστε αδύναμοι εύκολα σπάμε, εύκολα τρομάζουμε..
Είναι τόσο εύκολο, έτσι ευάλωτοι που είμαστε και εύθραστοι, να ανοίξουμε μια τρύπα στον άλλον
και να τον κάνουμε να υποφέρει...
Είναι όμως εξίσου εύκολο να κλείσουμε την τρύπα με το ίδιο δάχτυλο που την άνοιξε..
Εξαρτάται από ποια πλευρά του ατόμου είσαι..."





Λεο Μπουσκαλια
"Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις"

*Semina*
08-02-10, 09:58
Θαρροῦσα ὡς τώρα -φίλοι μου καλοί-
θαρροῦσα ὡς τώρα...
πῶς ὅλα τὰ πράματα
βαδίζουν στὴ γῆ
μὲ τὸ ἀληθινό τους χρῶμα.
Ἡ Χαρὰ ἄσπρη.
Ἡ Θλίψη χλωμή.
Ὁ Ἔρωτας ρόδινος
Ο Θάνατος μαῦρος.
Ἔτσι θαρροῦσα...

Καὶ περνοῦσα τὶς μέρες μου,
μὲ τὰ χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα ὄνειρά μου συγυρισμένα.
Μὲ τὰ ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ ἔτσι τά ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα.
Μενέλαος Λουντέμης

*Semina*
08-02-10, 10:01
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική

Κωνσταντίνος Καβάφης

NightWish
13-02-10, 20:58
Τη ζωή τη βλέπω σάμπως μεσ' από να
μαγικό γυαλί
κι απ' ό,τι ζητούσα μού δωσ' η αγάπη
τόσο πιο πολύ, πού να λέω
αν όπως ήρθε μιαν ημέρα
φύγει πάλι πίσω
κι απομείνω μόνος, κι όπως ήμουν πρώτα,
κάλλιο να μην ζήσω ...


Κώστας Ουράνης

xenos@
15-02-10, 11:33
Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό;

Σ’ ένιωθα μες στα χέρια μου να τρέμεις.

Κι έτσι αυτήν τη νύχτα

είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.

Γιατί εγώ αγαπημένη μου, σου χρωστάω κάτι πιο

πολύ από τον έρωτα.

Εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα,

τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα....

Τασος Λειβαδιτης

victoria*
15-02-10, 12:12
Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιό μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν -ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

Οδυσσέας Ελύτης...

xenos@
15-02-10, 20:50
Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.
Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.
Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.
'Ενα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ενα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.

Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδι
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.
Ενα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

Γ.Ριτσος[/font]

NightWish
16-02-10, 08:21
Κρυώνεις πολύ απόψε...

Πάγωσες...

Κι εγώ σε νιώθω...

Δεν εχεις τίποτα να σκεπαστείς...

Ούτ' ένα φιλί...

Πόσο μετράει,

αλήθεια, αν εγώ σε νιώθω;

κι αυτή η καταιγίδα που σε πήρε το κατόπι...

δε λεει να σταματησει πια....

Αιώνες χτυπάνε πάνω σου οι στιγμές..

Να πάρει η οργή...Είδες;

Πόσο ανέτοιμο σε βρίσκει πάντα...

Πόσο γυμνό..Πόσο ακάτεχο...

Που είναι
οι αποφάσεις που έπαιρνες...

"Την άλλη φορα" έλεγες.. Θα ξέρω...

Θα'χω ετοιμάσει καταφύγια..

Θα 'χω φυλάξει κουβέρτες για την πάρτη μου..

Μην απορείς..

Δεν είσαι εσύ που δεν τα καταφέρνεις...

Ετσι συμβαίνει σ' όλους μας..



Αλκυόνη Παπαδάκη

xenos@
17-02-10, 20:27
Στη ζωή μας πολλές φορές χρειάζεται να κάνουμε νέα άλματα και αναζητήσεις που ξεκινάνε πάντα με το

πρώτο μικρό βήμα. Συνήθως αμφιβάλλουμε, φοβόμαστε το άγνωστο, το τί θα συναντήσουμε, πως θα

αντεπεξέλθουμε στις νέες συνθήκες και στο νέο περιβάλλον. Δηλαδή βοφόμαστε το ρίσκο και την αποτυχία.

Η αλήθεια είναι όμως, πως πρέπει να επιλέξουμε, και αν θέλετε: να "παίζουμε" αυτό το παιχνίδι.

Μπορεί να χάσουμε, μπορεί να κερδίσουμε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως θα μάθουμε, θα αναζητήσουμε, θα ψάξουμε και το μόνο σίγουρο είναι πως θα αποκομίσουμε την εμπειρία ότι προσπαθήσαμε, και δεν μείναμε μόνο στις σκέψεις του νου.

Πρέπει να επιλέξουμε, αν θα αναλωνόμαστε στα ίδια και στα ίδια ή εάν θα ξαν'ανοιχτούμε σε νέα ταξιδια.

Η επιλογή είναι δική μας, όπως άλλωστε η απόφαση και το ταξίδι.

Τα φτερά μας λοιπόν, είναι για να πετάμε και όχι για να φαντάζουν όμορφα πάνω μας ...

ας τα ξεδιπλώσουμε και ας επιχειρήσουμε το ταξίδι....

Τα φτερά είναι για να πετάς....


"Τα Φτερά είναι για να πετάς"

Jorge Bucay (Μύθος - Παραβολή

h mikrh ELLhNiS
17-02-10, 23:37
Μια αόρατη, αναπότρεπτη δύναμη καρφώνει πάνω στα χέρια μας
πράξεις που δε θέλουμε, αλλάζει τις πινακίδες των δρόμων
και βάζει μια κλειδωμένη πόρτα, εκεί που εχτές το βράδυ
ήταν ένας έρωτας – κι όταν καμιά φορά κάνουμε να ξεφύγουμε
το πρόσωπο μας κομματιάζεται πάνω σ έναν τοίχο
από σπασμένα μπουκάλια κι όνειρα κοφτερά.

Περίεργο, κι όμως οι ίδιοι εμείς ξένοι για τη ζωή μας
φερμένοι πάντα απ΄ τ΄ όνειρο
κάπου αλλού
όταν οι άλλοι μας χρειάστηκαν, τους σταμάτησε η δυσπιστία
όταν νοιώσαμε την ανάγκη τους, μας σταμάτησε ο εγωισμός
η αμαρτία μας, ότι θελήσαμε πολλά
το έγκλημά μας, πράξαμε τόσα λίγα
ζήσαμε ερήμην, πού;
Κι ας ψάχνουν οι άλλοι να μας βρουν μες το παλτό μας
πολλοί κάναν καριέρα, όπως σκεπάζει κανείς με την παλάμη του
μια μαύρη τρύπα.

Άραγε υπήρξαμε; Ποιος ξέρει!
Μα ο τεχνίτης αύριο, για νάναι σίγουρος
ότι δεν ψεύδεται, ας χαράξει, για καλό και για κακό, στην
πέτρα που θα μας σκεπάζει :
στάθηκαν τίμιοι, μα Α Π Ο Ν Τ Ε Σ

ΑΠΟΝΤΕΣ
Τάσος Λειβαδίτης


http://i50.tinypic.com/acqxro.jpg

kafas79
18-02-10, 10:26
Ευχαριστώ
:clap:

victoria*
18-02-10, 12:04
Το γέλιο σου - Πάμπλο Νερούδα (μέρος...)

Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.

μτφ: Ν. Χρυσόπουλος

xenos@
20-02-10, 11:24
Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα ταξιδεόντας ανατολικά και δυτικά...

Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο...

Κολακεύομε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα...

Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη...

Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα όσους μας αγαπούν περισσότερο...

Ella Wheeler Wilcox

victoria*
22-02-10, 11:20
Ο πληθυντικός αριθμός Δημουλά Κική

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

The_Watcher*
22-02-10, 12:05
*
Κωνσταντῖνος Καβάφης - Ὅσο μπορεῖς

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μία ξένη φορτική.

Christina
22-02-10, 13:31
(Κώστας Καρυωτάκης-Χαμόγελο)

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη

Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

The_Watcher*
22-02-10, 14:04
*
Σ’ αγαπώ - Llyas Abu Shaaka

Σ’ αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.

Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.

Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.

Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.

Μέσα μας κόκκινο κρασί ενώνεται με κόκκινο κρασί,
φτιάχνουν μείγμα μεθυστικό από άρωμα, αύρα και δροσιά του πρωινού.

Η έμπνευση μου κατοικεί μέσα στα μάτια σου,
τα χείλη σου ενώνονται με τα δικά μου και οδηγούν την ποίηση μου.

Σε σένα και σε μένα η φωτιά φουντώνει, χωρίς κανείς να ρίχνει ξύλα.
Μολονότι είμαστε ήρεμοι, η καταιγίδα ξεσπά μέσα μας.

The_Watcher*
22-02-10, 14:15
*

tal vez no ser es ser - Νερούδα

Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
Χωρίς να πας να κόψεις το μεσημέρι
Σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
Πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

Χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
Που ίσως άλλοι δε θα δουν να χρυσίζει,
Που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
Σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,

Χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
Απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
Καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

Και από τότε είμαι, γιατί εσύ είσαι,
Και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
Και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

The_Watcher*
22-02-10, 14:17
*

Μιλώ ( Γιώργος Σαραντάρης)

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κ’εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

The_Watcher*
22-02-10, 14:20
*
Επέστρεφε (Κ.Π Καβάφης)

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη ,
κ’επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’αισθάνονται τα χέρια σαν ν’αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

The_Watcher*
22-02-10, 16:44
*

Soneto XLV

Μη λείψεις καν μια μέρα μακριά μου, γιατί να,
πώς να το πω, μου 'ναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω σαν στους σταθμούς εκείνους
που σε κάποια γωνιά τους πήρ' ο ύπνος τα τρένα.
Μη φύγεις καν για μια ώρα γιατί τότε
σ' αυτήν την ώρα σμίγουν οι στάλες της αγρύπνιας
κι ο καπνός που γυρεύει να 'βρει σπίτι ίσως έρθει
να σκοτώσει ως και την καρδιά μου τη χαμένη.
Μην τσακιστεί η σιλουέτα σου στην άμμο,
στην απουσία τα βλέφαρά σου μην πετάξουν:
μη φύγεις καν για ένα λεπτό, ακριβή μου,
γιατί σ'εκείνο το λεπτό θα ξεμακρύνεις τόσο
που άνω κάτω τον κόσμο θα κάνω εγώ ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θ' αφήσεις να πεθάνω.

The_Watcher*
22-02-10, 16:57
*
Τῆς ἀγάπης - Κώστας Ουράνης

Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!
Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει.
Μὰ δὲν ἐρχόσουνα ποτὲς καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα,
τ᾿ ἄνθια σωριάζονταν στὴ γῆς ἀπὸ τὸν κρύο ἀγέρα
κι εἶναι ἡ ψυχή μου πιὸ γυμνὴ παρὰ προτοῦ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ σήμερα, ποὺ ἡ Νιότη μου γέρνει ἀργὰ στὴ δύση,
τοῦ ἐρχομοῦ σου σβήνεται κι ἡ τελευταία ἐλπίδα:

-Φοβᾶμαι πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη καὶ δὲν σ᾿ εἶδα!...

The_Watcher*
24-02-10, 14:27
*
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Che fece... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

The_Watcher*
24-02-10, 14:39
*
Διονύσης Καψάλης - Μέρες Αργίας

Ιv.
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.
Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.
Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα•
ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα.

The_Watcher*
24-02-10, 15:33
*
Το Διαζευκτικόν Ή - Κική Δημουλά

Μ' έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τωρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

The_Watcher*
24-02-10, 15:40
*

Να προσέχεις.
"Ο καιρός γαρ εγγύς", Αλεξάνδρα...

Όταν σου πούνε "διάλεξε"
εσύ αγνόησέ τους.
Πέτα τους στα μούτρα
τις "επιλογές", τις "προσφορές"
τα "δώρα" τους.
Όταν σε ρωτούν
μην απαντάς.
Όλα τα ξέρουν.
Κάνε την Ηχώ:
"ποιά είσαι; τι είσαι;"
"ποιός είσαι; τι είσαι;"
Θα θυμώσουν.
Μην τους φοβηθείς.
Όταν σου πούνε "κλάψε"
γράψε.
Όταν σου πούνε "έλα"
γέλα.
Κι όταν σου πούνε "φύγε"
μην κουνηθείς.
Γιατί εσύ
ποτέ δεν θα 'σαι εκεί.

The_Watcher*
24-02-10, 15:47
*

Erich Fried "Nur Nicht"

"Μόνο που δεν"

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δε σε είχα ποτέ συναντήσει

Λιγότερος θρήνος
κάθε φορά που πρέπει να χωριστούμε
Λιγότερος φόβος
μπροστά στον επόμενο
και στον μεθεπόμενο χωρισμό.

Κι ακόμα
δεν θα ‘χε τόση
από εκείνη την αδύναμη νοσταλγία,
κάθε φορά που δεν είσαι εδώ
Τη νοσταλγία που θέλει μόνο το Αδύνατο
και το θέλει τώρα,
την αμέσως επόμενη στιγμή
Κι αφού αυτό δε γίνεται
πληγώνεται
και βαριανασαίνει

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δεν σε είχα συναντήσει
Μόνο που… δεν θα ήταν η ζωή μου...

The_Watcher*
24-02-10, 15:56
*
Ντίνος Χριστιανόπουλος - Όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.
Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους...

The_Watcher*
24-02-10, 15:57
*
Νίκος Καζαντζάκης - Τι είναι αγάπη

Τι είναι η αγάπη;
Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη.
Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει.
Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.
Μα στην αγάπη είναι ένας.
Σμίγουν οι δύο και γίνοναι ένα.
Δεν ξεχωρίζουν.
Το εγώ κι εσύ αφανίζονται.
ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ...

NightWish
24-02-10, 17:54
"Ν' αγαπάς σημαίνει και να σ' αγαπάνε...

Να μην ξεχνάς ποτέ πόσο ασήμαντος είσαι..

Να μη συνηθίσεις ποτέ την ανείπωτη βία

και τη χυδαία ανισότητα της ζωής γύρω σου...

Ν' αναζητάς τη χαρά στα πιο θλιβερά μέρη,

να κυνηγάς την ομορφιά μέσα στη φωλιά της...

Να μην απλοποιείς ότι είναι περίπλοκο

και να μην περιπλέκεις ότι είναι απλό...

Πάνω απ' όλα να παρακολουθείς τι συμβαίνει γύρω σου

και να προσπαθήσεις να καταλάβεις...

Να μην γυρίζεις ποτέ αλλού το βλέμμα σου..

και ποτέ μα ΠΟΤΕ να μην ξεχνάς..."





Απόσπασμα από το βιβλίο της Αρουντατι Ροη,

Η Αξία της Ζωής...

xenos@
24-02-10, 21:15
Άπλωσες το χέρι σου κι έπιασες το δικό μου ...

Έλα μαζί μου μου είπες σιγά ...

Σε ρώτησα πού πάμε?

Μια βόλτα στα σύννεφα ...

Στέβη Σαμελη

*Semina*
24-02-10, 21:22
Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Οδυσσέας Ελύτης " Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ "

*Semina*
24-02-10, 21:25
Από τους χρόνους τους παλιούς, το 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι
Τ' άπιαστο σαν αερικό, στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς, αλοίμονο σου -εκάης
Έβγα έβγα Μαγισσάκι, χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τι ζουμπούλια και τι κρίνα, τι κι ετούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και μι και φα, μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι, φούχτα μου και δύναμη
Ποιος θα μου δώκει δύναμη, κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι
Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός, άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του, στην άκρια του κυμάτου
Χτύπα χτύπα το ραβδάκι, χύνε το νερό στ' αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια, παν μαζί και πάνε χώρια
Φα και ρε και μι και ντο, μες στο μπλε το ξάγναντο
Έξι τέσσερα κι οχτώ, γούρι μου και φυλαχτό
Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές, ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά, για με το Μαγισσάκι
Που να κοιμάμαι ξυπνητός, να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά, μα νά'μαι ερωτευμένος

Το μαγισσάκι

*Semina*
24-02-10, 21:26
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε τ' αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούριο πάν να δουν διυλιστήριο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

The_Watcher*
24-02-10, 21:29
*
ΓΙΑΤΙ ΑΓΡΥΠΝΩ - Ιωάννης Πολέμης

Δυό γλυκά ματάκια, μάτια ζαφειρένια,
μ' άνοιξαν πληγή·
κι' αγρυπνώ απ τον πόνο κι αγρυπνώ απ την έννοια
κι απ' τη συλλογή.
Της νυχτός η πάχνη χάνεται κι' εκείνη
όμοια με καπνό·
η αυγή προβάλλει, το φεγγάρι σβήνει,
κι' όμως αγρυπνώ.
Αγρυπνώ την ώρα που κρυφοφιλιούνται
τ' άστρα ζηλευτά,
αγρυπνώ την ώρα που γλυκοκοιμούνται
τα ματάκια αυτά.
Τίνος είν' τα μάτια; Μη ρωτάς εμένα,
κόρη ευγενική·
σύρε στον καθρέπτη και ζωγραφισμένα
θα τα δής εκεί.

*Semina*
24-02-10, 21:33
Επειδή το ανεξήγητο και το απo αλλού φερμένο,
δεν το αντέχουν οι άνθρωποι,
κι είναι νωρίς με ακούς, είναι νωρίς
μές στόν κόσμο αυτόν,
να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς με ακούς,
δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ' ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα καί τό μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Ειμ' εγώ, μ' ακούς
Να μας θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι με κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας και μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Mές στη μέση της θάλασσας

Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Μέ σπηλιές καί με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς


Οδυσσέας Ελύτης:laskarina

*Semina*
24-02-10, 21:43
Επέτειος

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ…Στο σημάδι ετούτο που παλεύει, πάντα κοντά στη θάλασσα.
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος με στήθος προς τον άνεμο…
Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος που δεν είναι άλλο από άνθρωπος.
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες στιγμές του, με νερά τα οράματα της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του, ζωή παιδιού που γίνεται άνδρας.
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος, τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται η σκιά του γλάρου. Έφερα τη ζωή μου ως εδώ, άσπρο μέτρημα, μελανό άθροισμα.
Λίγα δέντρα και λίγα βρεγμένα χαλίκια. Δάκτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο.
Ποιο μέτωπο έκλαψαν όλη νύχτα οι προσδοκίες
και δεν είναι πια κανείς, ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο,
να ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη, στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν,
γράφοντας όνομα πιο γλαυκο, μεσ' τον ορίζοντα τους.
Λίγα χρόνια, λίγα κύματα κωπηλασία ευαίσθητη, στους όρμους γύρω απ' την αγάπη,
έφερα τη ζωή μου ως εδώ….χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει….

Οδυσσέας Ελύτης
laskarina

*Semina*
24-02-10, 21:45
Τα παράθυρα
Σ' αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. -- Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγοριά. --
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρώ.
Ισως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

The_Watcher*
24-02-10, 21:48
*
ΧΑΜΟΓΕΛΟ - kΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

Χωρὶς νὰ τὸ μάθει ποτέ, ἐδάκρυσε,
ἴσως γιατί ἔπρεπε νὰ δακρύσει,
ἴσως γιατί οἱ συφορὲς ἔρχονται.

Ἀπόψε εἶναι σὰν ὄνειρο τὸ δείλι·
ἀπόψε ἡ λαγκαδιὰ στὰ μάγια μένει.
Δὲν βρέχει πιά. Κι ἡ κόρη ἀποσταμένη
στὸ μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σὰ δυὸ κεράσια χώρισαν τὰ χείλη·
κι ἔτσι βαθιά, γιομάτα ὡς ἀνασαίνει,
στὸ στῆθος της ἀνεβοκατεβαίνει
τὸ πλέον ἁδρὸ τριαντάφυλλο τ᾿ Ἀπρίλη

Ξεφεύγουνε ἀπ᾿ τὸ σύννεφον ἀχτίδες
καὶ κρύβονται στὰ μάτια της· τὴ βρέχει
μιὰ λεμονιὰ μὲ δυὸ δροσοσταλίδες

ποὺ στάθηκαν στὸ μάγουλο διαμάντια
καὶ ποὺ θαρρεῖς τὸ δάκρυ της πὼς τρέχει
καθὼς χαμογελάει στὸν ἥλιο ἀγνάντια.

*Semina*
24-02-10, 21:55
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι

Το μονόγραμμα